όνειρο μισθωτού

Μια Δευτέρα πρωί
θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία·
μόλις θα ‘χουμε φτάσει στη δουλειά
και θα χτυπάμε τις κάρτες μας.
Μια Δευτέρα πρωί
ο Γενικός Διευθυντής
θα καθήσει στην ηλεχτρική καρέκλα,
κομψοντυμένος
και με τέλειο μανικιούρ.
Θα φοράει μεταξωτή γραβάτα
με σχέδια λαχούρ
και θ’ αρχίσει να ιδρώνει
πάνω απ’ το χείλι του.
«Ιησού», θα πει, «εγώ πάντα πλήρωνα
τις συνδρομές μου»,
μα ο Ιησούς θ’ ακουμπήσει στον τοίχο
την κιθάρα του
και θα γυρίσει ψύχραιμα
το διακόπτη.

Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη

απολογία Σισύφου

Τι κι αν τα κύματα έσβησαν τα ίχνη των βημάτων μας στην άμμο;
Τι κι αν ο άνεμος γκρέμισε τα χωρίς θεμέλια κάστρα μας;
Εμείς, μια φορά, παλέψαμε.
Κι αν δε νικήσαμε, κι αν δε μας δόθηκε να δούμε νίκη παρά μόνο αγώνα,
δεν είναι από λάθος μας. Τέτοια είναι του κόσμου αυτού η τάξη.

Θα συνεχίσουμε λοιπόν, τη μάταιη πορεία μας, όσο να μας σταματήσουν.
Οι θεοί μας καταδίκασαν σε Γη Επαγγελίας να μη φτάσουμε ποτέ.
Δικαίωμά τους. Μας αρκεί που το ξέρουμε.
Μας αρκεί που, επί τέλους, νιώσαμε το παιγνίδι τους.

Τώρα όλα φαίνονται πιο καθαρά.
Η πάχνη της ελπίδας τίποτα πια δε θαμπώνει.
Βλέπουμε πως είχαμε νικηθεί πριν γεννηθούμε.
Έτσι, κάθε σχόλιο, κάθε διαμαρτυρία, περιττή.

Μόνο μια παρατήρηση αρμόζει:
ας μείνουμε, τουλάχιστον, ηττημένοι άρχοντες·
ας μείνουμε ηττημένοι άρχοντες και όχι νικημένοι σκλάβοι.
Είναι κι αυτό μια περηφάνεια.

Χρήστος Τρύφωνας

Από https://feltor.wordpress.com/2011/06/20/tryfonas/

το κέρδος

Καμιά φορά ζηλεύεις κάτι πρόσωπα
που δεν σ’ αφήνουν ούτε ν’ αναπνεύσεις,
μόνο επιμένουν να σου δείχνουν την ασκήμια σου,
τη μαλθακότητα που πάντα σε προδίδει.
Μα όταν τύχει να μιλήσουν και δεν φωτιστούν,
όταν το στόμα τους, τα δόντια τους προβάλλουν,
όταν κουτσαίνουν, όταν, τέλος, βρεις κάποιο ελάττωμα
με πόση περιφρόνηση επαναπαύεσαι, τι θρίαμβος!
Θαρρείς πως κάτι κέρδισες εσύ ο ίδιος.

Γιώργος Ιωάννου

Από http://tritolykkalam.blogspot.gr/2015/04/24.html

μια πέτρα μέτωπο της Μνήμης

Άσημος ναι, μα όχι ασήμαντος.
Μέσα του κρύβει χίλια άλογα,
δέκα ποτάμια κι έναν κεραυνό.
Μια πέτρα μέτωπο της Μνήμης θα βρεθεί
να τον κρατάει ζωντανό, σαν τους φαντάρους
που έχουν γράψει τ’ όνομά τους
σε βράχο απόκρημνο, στη γέφυρα του Θόλου
(φτερό θανάτου ή προστασία;) πάνω
απ’ το ποτάμι που το λένε Αρκουδόρεμα
με μαύρη ή κόκκινη μπογιά
ή έστω και με κιμωλία
ΕΣΣΟ πατρίδα ημερομηνία
ή ένα βέλος με καρδιά
για κάποια Άννα ή Μαρία.
Πόσο θ’ αντέξουν άραγε
στου ήλιου το μαστίγιο και της βροχής;
Η Μνήμη πάντοτε γερνά.

Κώστας Ιωαννίδης

Από http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Themata/8/7.html

βραδινή νοσταλγία

Απόψε ήρθε η νύχτα αντάμα με τη βροχή
– Χειροπιασμένες στρίγκλες –
Και μας σύναξε στο τσαντίρι μας νωρίς.
Κουρνιάζουμε άλαλοι, κι αφήνουμε
Μόνη τη βροχή
Να μας μιλάει – ιστορία ψιχαλιστή –
Για κάμπους κι ασημένιες αυλακιές,
Για τα σπαρτά και για τις παπαρούνες.
Ο μύλος στη ρεματιά – άσπρο τραγούδι –
ν’ αλέθει, ν’ αλέθει τον καρπό.

Ο Βαγγέλης, ο βουνίσιος αδελφός μας, σωπαίνει.
Ακουμπάει στη διχάλα του χεριού του.
Κι ο νους του δρασκελά τη θάλασσα…
Ήταν ξωμάχος, ένας ηλιοκαμένος ποιητής.
Που έσπερνε με το ξινάρι του
Καταπράσινες σελίδες.

Μα τώρα η γη η αγάπη του, τώρα η γη η ψυχή του,
Που τη χτένιζε σα μονάκριβη θυγατέρα,
Τώρα η γη ξενυχτάει κάτ’ απ’ τον ουρανό,
Απότιστη κι ανάλλαγη σαν έρημη εκκλησιά,
Που περιμένει τη λειτουργία των χεριών του.
Τώρα εκεί όλα είναι ένα λείψανο.
Τώρα ο μύλος αλέθει μόνο ερημιά.
Και τ’ αχούρια γεμίζουνε μούχλα.

Τα γράμματα πηγαινόρχονται ογρά.
« Ακριβέ μας, νοικοκύρη μου…ρημάξαμε..»
Κι ο νους τρέχει, τρέχει, τρέχει…
Λαβωμένο πούπουλο, μαζί με το νοτιά.
Αγγίζει σαν εικόνισμα το κατώφλι.
Σκύβει πάνω απ’ τον ύπνο των παιδιών.
Και το πρωί ξαναγυρίζει στο τσαντίρι.

Απόψε ήρθε η νύχτα μαζί με τη βροχή.
Και στα τσαντίρια κοιμηθήκανε τα φώτα.
Νύχτωσε στη θάλασσα, νύχτωσε κι εδώ.
Νύχτωσε κι έξω από τα μάτια.
Και μοναχά στο μαξιλάρι μας
Αγρυπνά ένα ό ν ε ι ρ ο,
Που κοιμάται και ξυπνά μαζί μας.

Μενέλαος Λουντέμης

Από http://atexnos.gr/o-poiitis-menelaos-lountemis/

τι συνήθεια

Τι συνήθεια είναι πάλι τούτη
Να γεμίζεις τα χαρτιά σου
Με σκακιστικά σύμβολα
Και καλά όλα τ’ άλλα
Εκείνα του μικρού και του μεγάλου ροκέ
Τι τα θέλεις
Κάτω απ’ τα ποιήματά σου
Ξέρω πολλούς
Που -δήθεν αγνοώντας
Τι σημαίνουν θα ισχυριστούνε
Ότι κάνεις Αυτοκριτική

Κώστας Γ. Μίσσιος

οι άνθρωποι φεύγουν

Οι άνθρωποι φεύγουν.
Με κλάμα με γέλιο συνεχίζουν και φεύγουν,
πολλάκις απρόσμενα,
Αποχαιρετώντας
χωμένοι μέσα στα γαρύφαλλα,
στο σαβανωμένο κρεβάτι,
ομορφότεροι από ποτέ,
παίρνουν μαζί τους ένα κομμάτι μας,
μια εποχή της ζωής μας,
μπολιάζουν αυτή που χάθηκε.
Κι εμείς λαβωμένοι όντας,
με πόνους στα πήλινα πλευρά του Αδάμ,
σκεβρωμένες πληγές οι ψυχές,
γινόμαστε μικρότεροι.
Κι όσο μεγαλώνουμε τόσο κονταίνουμε,
όσο προχωράμε τόσο απομακρυνόμαστε,
με ελπίδα πως κάπου θα σμίξουμε ξανά.
Αγκαλιάζουμε τη μοίρα σφίγγοντας τα πόδια της,
σκυφτοί, κυρτωμένοι,
εκλιπαρώντας την αιωνιότητα των κεριών
αιτούμενοι τους παραδείσους.
Υγραίνοντας με δάκρυα τους τάφους.
Να πούμε κι όσα δεν είπαμε.
Να αγκαλιαστούμε όσες φορές δεν βρεθήκαμε μαζί.
Να συγχωρέσουμε ό,τι δεν προλάβαμε.
Θεέ μου,
Ας κρατούσες τουλάχιστον την τάξη.

Δημήτριος Γκόγκας

Από http://dimitriosgogas.blogspot.gr/2016/10/blog-post_55.html