Κυριακή

Μες απ’ τις δεντροστοιχίες της λεωφόρου Γκομπλάν
Ένα μαρμάρινο άγαλμα με οδηγεί απ’ το χέρι
Σήμερα είναι Κυριακή τα σινεμά γεμάτα
Τα πουλιά στα κλαδιά χαζεύουν τους ανθρώπους
Και το άγαλμα με φιλά μα δεν μας βλέπει κανείς
Εκτός απ’ ένα τυφλό παιδί που με το δάχτυλο μας δείχνει.

Jacques Prévert

Μτφ Γιάννης Λειβαδάς

ο επισκέπτης

Πολύ πριν βραδιάσει,
σ’ επισκέπτεται αυτός που αντάλλαξε χαιρετισμό με το σκότος.
Πολύ πριν ξημερώσει,
αυτός αγρυπνεί
και, πριν φύγει, φέρνει έναν ύπνο,
έναν ύπνο γεμάτον ήχους βημάτων.
Τον ακούς να διαμετράει με το βήμα τα μάκρη
και ρίχνεις εκεί την ψυχή σου.

Paul Celan

Μτφ Δημ. Στ. Δήμου

σκοτεινό τραγούδι

Είχε νυχτώσει όταν εδιάβηκα τη θύρα
κι η ψυχή μου στο φόβο είχε βουλιάξει.
Όμως οι αισθήσεις μου όλες, καθώς πάλι
στου άχρονου εζύγωναν το χώρο,
τεντωμένες με κράτησαν κοντά σου,
— νύχτα, μες στη σκληρή ερημιά της πέτρας,
νύχτα, στη σιωπηλή φρίκη του τέλους,
στο τίποτα και στο ποτέ.

Εκεί σ’ αφήσαμε το πρωί… Ένα αλλοιώτικο,
κατάξερο κοιμητήρι· ούτε ίσκιος
κυπαρισσιού, να δροσιστή ο καιρός,
που εδώ ξεπέζεψε, ούτε χλόη
για των πουλιών το καλωσόρισμα. Στεγνό
χώμα και πέτρα, και χώμα και πέτρα,
σάμπως να χτίζονται οι νεκροί στο λόφο επάνω
απ’ την τρελή καλόγρια, που περνώντας
με το τσαπί και με το φτυάρι ανάμεσά τους
πετάει στον άσπρο κουρνιαχτό το φριχτό γέλιο.
Εκεί σ’ αφήσαμε το πρωί, κουνώντας
τα χέρια, όταν χτιζόσουν στην πλαγιά τού λόφου.
Ωστόσο, πάλι εδιάβηκα τη θύρα,
νύχτα κι ο φόβος κάθονταν μολύβι,
στο στήθος μου.

Μα ως έτριξεν η θύρα
— τόσο οί αισθήσεις ήταν τεντωμένες —
ήταν σα να ’τριξεν ό χρόνος και με πήρε
του άχρονου το σύνορο, εκεί που η νύχτα,
νύχτα δεν είναι πια, το φως φως δεν το κράζουν
κι ο τάφος ίσως λέγεται φωνή, η θύμηση άστρο,
η δυστυχία χαμόγελο, η καρδιά λιθάρι.
Κι αυτό που υπάρχει ή δεν υπάρχει είναι μια λέξη,
κι οι λέξεις είναι τα όνειρα μιας άλλης ζωής,
κι η άλλη ζωή, αν ήταν ή αν δεν ήταν,
κανείς δεν ξέρει.

Παράμερα απ’ το σύνορο στάθηκα. Η λάμψη
ενός αθέατου φεγγαριού πλημμύριζε όλη
την ερημιά σου. Και καθώς σε αναζητούσα
με την καρδιά να δέρνεσαι, σε είδα, σκυμμένος
να περπατάς, κατηφορώντας τα τραχιά χαλίκια
όπως και τότε — δε θυμάμαι — με το αδέξιο βήμα
του λαβωμένου πουλιού. Σε είδα και σου είπα,
απλώνοντας το χέρι μου έντρομο: «Πατέρα…»

Με κοίταξες, σαν να μην ήμουνα κοντά σου,
σα να μην είχες ξαναδεί το πρόσωπό μου,
σα να μην είχες ξανακούσει τή φωνή μου.
Τόσο η ματιά σου ήταν απόμακρη και ξένη,
κι από το φως της έλειπα.
Μόνο μουρμούρισες ακατανόητα λόγια
από μια γλώσσα αλλόκοτη, και προσπερνώντας,
έκρουες κάθε τόσο τούς σταυρούς, καθώς χτυπούμε
εμείς στη «ζωή» μια πόρτα για να βγει ένας φίλος.
Πλήθαιναν γύρω σου οι μορφές, τ’ άγνωστα πρόσωπα
κι όλοι με κοίταζαν καθώς να μην υπήρχα,
κι εσύ με κοίταζες σα να μην είχα υπάρξει,
ξένος για πάντα και τα χέρια μας λυμένα
για πάντα, — στο τίποτα και στο ποτέ…
Με πήρε εκεί ένα κλάμα σα βουερό ποτάμι,
με πήρε εκεί ένας ύπνος σα γλυκούλι ρυάκι.

Χαράματα, καθώς ανέβαινε η τρελή καλόγρια,
μέ ξύπνησε χτυπώντας πλάι μου το τσαπί της:
«Ο κύριος», είπε, «θα χτιστεί, ή θα χτίσει;».
Και τράβηξε, βροντογελώντας, το τραχύ ανηφόρι.

Γιώργος Γεραλής

Από Στιγμές

ο άστατος

Τα μάτια μου στράφηκαν
πίσω από μια μελαχρινή που πέρασε.

Ήταν από σεντέφι μαύρο,
ήταν από σταφύλια μωβ,
και μου μαστίγωσε το αίμα
η από φωτιά ουρά της.

Ξωπίσω απ’ όλες
πηγαίνω.

Πέρασε μια ανοιχτή ξανθιά
σαν ένα φυτό χρυσό
σείοντας τα κάλλη της.
Και μου έφυγε το στόμα
σαν από ένα κύμα
αδειάζοντας στο στήθος της
αστραπές από αίμα.

Ξωπίσω απ’ όλες
πηγαίνω.

Αλλά σε σένα, χωρίς να κινηθώ,
χωρίς να σε δω, σε σένα απόμακρη,
πάνε το αίμα και τα φιλιά μου,
μελαχρινή και ανοιχτή μου,
ψηλή και μικρή μου,
φαρδιά κι αδυνατούλα μου,
ασχήμια μου, ομορφιά μου,
καμωμένη απ’ όλο το χρυσό
κι από όλο το ασήμι,
καμωμένη από όλο το σιτάρι
κι από όλη τη γη,
καμωμένη απ’ όλο το νερό
των θαλασσινών κυμάτων,
καμωμένη για τα χέρια μου,
καμωμένη για τα φιλιά μου,
καμωμένη για την ψυχή μου.

Pablo Neruda

Μτφ Βασίλης Λαλιώτης

έτσι θα χαθούμε

Μιλώ συχνά για τους παλιούς ανθρώπους. Για εκείνους που
πορεύτηκαν με τα στοιχειώδη, ανάλαφροι από το βάρος της υποψίας.

Αναπολώ όσους έζησαν κι όσους επιμένουν να ζουν μες στη
βαρυχειμωνιά της εποχής. Παλιές γυναίκες και άντρες που γνώρισαν
την αλήθεια κι ας μη μιλούν.

Μιλώ γι’ ανθρώπους πατρίδες όπου επιστρέφουμε για να θυμηθούμε
ή να δακρύσουμε. Για ‘κείνους που έζησαν μιαν άλλη ζωή, πιο ζωή απ’
τη ζωή μας. Και γεύτηκαν ή θα γευτούν έναν άλλον θάνατο, πιο
θάνατο από τον δικό μας.

Έζησαν και ζουν αθόρυβα σε στενά διαμερίσματα με μια-δυο
γλάστρες στο μπαλκόνι ή σε ταπεινά σπίτια της επαρχίας με μπαχτσέ
και μια μουσμουλιά για σκιά στο πλάι.

Κι οι σπουδαγμένοι του σήμερα θέλουν να μας πείσουν για την
αύξηση του προσδόκιμου, δίχως ν’ αρθρώσουν λέξη για το λίγο
μπορεί κι ελάχιστο μιας ζωής γεμάτης.

Γεμάτη ζωή πάει να πει άδεια από περιττούς λογισμούς και κινήσεις.
Θα πει συγκατάβαση, υπομονή και γνώση της φθοράς και του τέλους.

Κι όσοι πληρώσαμε το τίμημα του «νέου είδους» δεν θα καταφέρουμε
ίσως ποτέ να παλιώσουμε όπως πάλιωναν άλλοι κάποτε.

Ένα προώρως γερασμένο είδος. Απονενοημένο γέννημα μιας άλλης
γενιάς που δεν της δώσαμε το χέρι, δεν της ανάψαμε καντήλι, δεν τη
μνημονεύσαμε.

Έτσι θα χαθούμε.

Γιώργος Σαράτσης

Dolorosa

Στα σκαμνάκια προσευχής η ισορροπία είναι εύθραυστη
Η στόφα τους είναι τριμμένη
Αποκαλύπτοντας έναν πνεύμονα από καρφιά
Δίπλα,το κρεβάτι θάλαμος προσεδαφίσεως
Μια δυστοπία αναγκαία
Ώστε το σώμα να εισπνεύσει την ανάπαυση
Μες στο το βαμβάκινο ασυνείδητο κουκούλι
Στο παραπλήσιο τραπεζάκι η αγυρτεία ρόδων
Κομμένων από την δεξιά πλευρά του κήπου
Μαζί με μια μαρμάρινη Μαντόνα χωρίς μάτια
Η Καινή, Βίοι Αγίων αλφαβητικά, η αγαπημένη Σουλπικία
κι ένα ποτήρι ανθόνερο.
Ροζάρια παντού κυρίως στα δόντια
Και βαλεριάνα υπογλώσσια. Ωστόσο
Η υπνική κατάσταση δεν έρχεται
Αντ’ αυτού καίει το μηνίγγι στην διάσειση των πεπραγμένων
Γιατί κοιτώντας πίσω ξέρει
Πως τα σκυλιά που αλυχτούν
Είναι οι πράξεις της που τη στοιχειώνουν.

Στέλλα Δούμου

Από Περί Ου

να σε ακούσω

Να σε ακούσω
δεν είναι παρά ένας άλλος δρόμος να ανέχομαι το αδύνατο
αδιάκοπα μιας κίνησης
που καθρεφτίζει το μέλλον
σε εκείνη την επιφάνεια του νερού
την φτασμένη ως το μυστήριο της συλλαβής των ονομάτων
όλων όσων είπαν τα τελευταία τους λόγια
κι εγώ τα άκουσα

Λουκάς Λιάκος

Από Στάχτες