επίγραμμα

Είμ’ ένα δέντρο και καρπό το στίχο κάνω·
μα νά! του ξυλοκόπου καρτερεί ο μπαλντάς.
Εσύ από κάτου απ’ τα γεμάτα μου κλαδιά,
εσύ από κάτου που περνάς και σταματάς,
άπλωσε αγάλια τη λευκή σου την ποδιά·
θέλω να ρίξω τον καρπό μου, πριν πεθάνω,
τον καρπό μου να ρίξω στην ποδιά σου επάνω.

Κωστής Παλαμάς

οι φόβοι μου

Τίποτα δεν έχω ξεχάσει:
Το φόβο του σκοταδιού.
Την ερημιά του κλειστού δωμάτιου.
Το ουρλιαχτό των τσακαλιών στο δάσος.
Το χάδι της παρηγοριάς: Είσαι μικρός ακόμα.

Με τον καιρό
είδα το φόβο να ξυπνάει μαζί μου την αυγή.
Είδα την ερημιά του δωμάτιου,
σα θερμοκήπιο στεναγμών που θα γίνονταν στίχοι.
Και είδα τα τσακάλια να χύνονται ουρλιάζοντας
στις πλατείες της πόλης και στις λεωφόρους,
εισβάλλοντας θριαμβευτικά
στα σαλόνια και στα γραφεία.

Με τον καιρό
είδα τους φόβους μου να ωριμάζουν
κι εγώ να μένω το ίδιο μικρός
κι ανυπεράσπιστος.

Aντώνης Θ. Παπαδόπουλος

Από http://www.bibliotheque.gr/article/17903

γεύση θανάτου

Να μελετάς το θάνατο μες στα βιβλία,
είναι μια άσκηση σπουδής σε σεμινάριο.
Να μετράς τα χτυπήματά του στους κροτάφους των ανθρώπων,
άλλο δεν κάνεις παρά μια πράξη αριθμητικής.

Ο θάνατος δεν υπάρχει μήτε στους πολέμους,
μήτε στο δηλητήριο, μήτε στα στιλέτα.
Μήτε στους βραδινούς θαλάμους των νοσοκομείων.
Υπάρχει μες στην αναμμένη θρυαλλίδα,
που στα δικά σου μονάχα μυστικά κανάλια,
μ’ αργό βήμα προχωρεί, απ’ την πρώτη εκείνη μέρα.

Αν να αισθανθείς μπορέσεις τούτο το περπάτημα,
θα ’χεις τη χάρη της μόνης γεύσης του θανάτου.
Αλλά την έκρηξη δε θα την αισθανθείς.

Γ. Βαφόπουλος

Από http://www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=51

αθανασία

Αέρας φυσά.
Μες στην καρδιά του Κενταύρου,
Λυσσομανά η νιότη μας.
Με κάποιον γέρο Χείρωνα πορεύθηκα στον δρόμο της ορμής μου
Και κάπου μες στις βουνίσιες κορυφές
Τραγούδησα τη νύμφη και τον έρωτα.
Καλπάζοντας -θυμάμαι- στα βήματα της λήθης μας,
Είδαμε τα λόγια και το πνεύμα μας
Να σκίζονται στις ράχες των κυμάτων, και δεν μας ένοιαζε:
Μες στην καρδιά του Κενταύρου
Λυσσομανούσε η νιότη μας.
Εκεί που σμίγει το βουνό με την αρμύρα,
Εκεί τα λόγια μείνανε. Εκεί θρηνούν τα όνειρα την μοναξιά τους.
Τι πειράζει που δεν γυρίσαμε ποτέ;
Η μνήμη μας φυλάχθηκε στους πνεύμονες του αέρα
Και το τραγούδι μας χαράχθηκε στις οπλές των Κενταύρων.
Όσο καλπάζουν οι μύθοι που αγαπήσαμε,
Ποτέ δεν θα χαθούμε.

Αλέξανδρος Κουκ

Από Βακχικόν

σχήμα

Συ που ‘χεις φτερά
και η αδυναμία τα κατάλυσε
τα έκανε και σπάσανε
τώρα υπόμενε την πίκρα
δεχόμενος τα σβησμένα όνειρα
κατάλαβε πως από την αδυναμία σου
δημιούργησες την παρεξήγηση.

Ν.Γ. Πεντζίκης

πολλοί και άλλοι

Πολλοί ‘ναι που την αναχώρησή τους
την εκφυλίζουνε με θόρυβο και λόγια
κι αποχαιρετιστήριες επισκέψεις
σ’ ασήμαντους γνωστούς και συγγενείς τους
τόσο πολλούς κι ασήμαντους που κιόλας
πριν απ’ το χωρισμό είναι ξεχασμένοι.
Στο τέλος αναβάλλουν.

Κι άλλοι, μ’ ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη
― εχτές ακόμα τους συνάντησες στο δρόμο ―
χάνονται ξαφνικά σαν να τους πήρε
σύννεφο και ταξίδεψε και πάει…

Αλέξανδρος Μπάρας

όνειρο μισθωτού

Μια Δευτέρα πρωί
θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία·
μόλις θα ‘χουμε φτάσει στη δουλειά
και θα χτυπάμε τις κάρτες μας.
Μια Δευτέρα πρωί
ο Γενικός Διευθυντής
θα καθήσει στην ηλεχτρική καρέκλα,
κομψοντυμένος
και με τέλειο μανικιούρ.
Θα φοράει μεταξωτή γραβάτα
με σχέδια λαχούρ
και θ’ αρχίσει να ιδρώνει
πάνω απ’ το χείλι του.
«Ιησού», θα πει, «εγώ πάντα πλήρωνα
τις συνδρομές μου»,
μα ο Ιησούς θ’ ακουμπήσει στον τοίχο
την κιθάρα του
και θα γυρίσει ψύχραιμα
το διακόπτη.

Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη