ωσάν ποιήματα

Ωσάν ποιήματα ελάσσονος στιχουργού
ενώ η περιπέτεια των νεωτερισμών τελειώνει
και η εποχή της παράδοσης ξαναγυρνά

Ωσάν κείμενα μοναχικού αρθρογράφου
ενώ το καινούργιο έχει αρχίσει να σαπίζει
προτού ακόμη πεθάνει το παλιό

Ωσάν ελεγεία και σάτιρες
ενώ μέσα σου όλα αναποδογυρίζουν, και έξω
τίποτα δεν μοιάζει να μπορεί να αλλάξει

Ωσάν μικρή προσωπική
φωνή

Π. Σωτηρίου

δεν μ’ αγαπάς

Πιο δυστυχισμένη κι απ’ τους κακότυχους νεκρούς
Που παίρνει ο θάνατος, κόβοντας ανερώτητα το νήμα της ζωής τους
Αφήνουν πίσω τους το λαμπρό φως και τους γλυκούς καιρούς
Καθώς βυθίζονται στο σκοτεινό πηγάδι της σιωπής τους

Πιο δυστυχισμένη κι απ’ αυτούς!

Στερημένη από το φως και το γλυκό τραγούδι των πουλιών
Σαν φυλλαράκι κίτρινο, ξερό και θλιβερά λησμονημένο
Παρασυρμένο ανάλαφρα απ’ την ανάσα ανεπαίσθητων φιλιών
Που οι θεοί το μοίραναν να ζει απ’ το θαλερό κλαδί του αποκομμένο

Εσύ δεν μ’ αγαπάς
Αμέτρητες φορές πεθαίνω μέσα στους αιώνες
Εσύ δεν μ’ αγαπάς…

Κι αμέτρητες φορές ξαναγεννιέμαι
Μέσα στη λάβρα της αγάπης σου ελπίδα
Αφημένη να κυλάω απαλά μέσα στο χρόνο…
Προσδοκώντας μια της αγάπης σου αχτίδα

Σοφία Πόταρη

Από https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=460459.0

ο παλιός καθρέφτης

Βαθιά σε ανόργωτο χωράφι
πρασινισμένος βρέθηκεν απ’ τη σκουριά
ο χάλκινος παλιός καθρέφτης.
Άστραφτε άλλοτε ως χρυσάφι,
μα και τη γυαλισμένη του χρυσή θωριά
ο Χρόνος του άρπαξεν ο κλέφτης.

Πόσοι σ΄αυτόν εκοιταχθήκαν!
Και πόσες είδε πλούσιες ευμορφιές
στα χρόνια του τα περασμένα!
Σαν ίσκιοι όλες εδιαβήκαν
και στη σκουριά του οι παλιές του συντροφιές
έχουν τα κάλλη τους σαβανωμένα.

Ιωάννης Ζερβός

βροχή, νύχτα, φθινόπωρο στην πόλη

Ι

ποίηση για χίλια χρόνια
για όλους τους ανθρώπους
αυτός ήταν ο στόχος του
τελικά ένα μόνο έγραψε ποίημα
για το κορίτσι των ονείρων του
κι έμεινε απόλυτα ευχαριστημένος

ΙΙ

δεν αυτοκτονεί η ποίηση
μόνο να δολοφονηθεί μπορεί
και πάλι θα είναι αιώνια
μόνο για τους ποιητές υπάρχει θάνατος
οι ανθολογίες για τους αναγνώστες
και για τους κριτικούς το μίσος τους

Eιρ. Μαράκης

Από Το Κoskino

ένα λιμάνι (απόσπασμα)

Το γυρισμό ονειρεύομαι, το δρόμο που θα πάρω,
το λύχνο σου που θε να ιδώ μακριά σαν κάποιο φάρο,
και τη στιγμή, που ανάλαφρα, χωρίς να σε ταράξω
ο ναυαγός στα πόδια σου θα πέσω και θ’ αράξω.

Άγρια ζωή, που απλώνεται και σκούζει μες στην πόλη,
δε θα χτυπάει τ’ απάνεμο κλειστό σου αραξοβόλι,
μα θα μας πνίξει η πιο βαθιά γαλήνη, η άγια λήθη,
που κυβερνά των λιμανιών και τ’ ουρανού τα βύθη.

Λάμπρος Πορφύρας

ο δολιοφθορέας της άνοιξης

Ο δολιοφθορέας της άνοιξης
φοράει γιλέκο από οθόνη ραντάρ
και πλαστογραφημένους επαίνους
στα μάτια.
Όταν γελάει, εκπνέει
ραδιενεργά αέρια
κι ασφυκτιούνε οι δεντροστοιχίες―
κι όταν εκσπερματώνει,
πεθαίνουνε
οι φράουλες
κι οι πεταλούδες.

Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη

αντιστρόφως ανάλογα

Όσο μεγαλώνει η ηλικία
λιγοστεύουν τα τηλέφωνα στην ατζέντα,
λιγοστεύουν οι φίλοι οι καθημερινοί,
λιγοστεύουν τα βράδια έξω.
Μαζί και οι δρόμοι και οι τόποι στενεύουν
γίνεται πια ο κόσμος όλος ένα δυο δωμάτια,
όμορφα τακτοποιημένα
με στιλ και φινέτσα, μια τηλεόραση, ένα βιβλίο.
Ακόμα και η αγριάδα της μοναξιάς λιγοστεύει.
Όχι η μοναξιά η ίδια.
Πληθαίνει αυτή με γεωμετρική πρόοδο
γεμίζει κάθε γωνιά και κάθε χαραμάδα.
Δεν χωράει πλέον κανένας άλλος.
Μα δεν μας τρομάζει πια.
Μάλλον η όποια προσπάθεια υπέρβασής της
πανικοβάλλει.
Και όσο λιγοστεύουν τα χρόνια
λιγοστεύουν τα λόγια που θέλεις να πεις,
τα λόγια που θέλεις να ακούσεις,
και όσο μεγαλώνει η ηλικία,
μικραίνουν οι σκέψεις
ξαναγίνονται μωρού παιδιού
και όπως τότε τους αρκεί
μια αγκαλιά και ένα φιλί,
μα πού να βρεθεί;

Αντώνης Γεωργίου

Από Αποτυπώματα