μια πέρλα μπηγμένη βαθιά στην καρδιά

Μια πέρλα μπηγμένη βαθιά στην καρδιά:
ο φόβος μου.
Είναι μια σταγόνα κρύο φως.
Είναι ένα δάκρυ που κρυσταλλώθηκε.
Να μην υπήρχε θά ’θελα,
όμως είναι εδώ, είναι μέσα μου:
έχει δεθεί, έχει γίνει κόσμημα
μέσα στην καρδιά μου.
Άχρηστο, αδύνατο να το χαλάσω.
Να μάθω τώρα πρέπει
–που είναι και το πιο δύσκολο απ’ όλα–
να μη φοβάμαι τον φόβο μου.

Alda Merini

Μτφ Γιώργος Κεντρωτής

Από Yorgos Kentrotis/fb

Advertisements

ο ξένος

Eζησα τη ζωή μου όπως o μόνος ξένος
σε επαρχιακό καφενείο
όπου όλοι οι άλλοι γνωρίζονται μεταξύ τους
και τον κοιτάζουν με περιέργεια και επιφύλαξη.
Μόνο οι γυναίκες, κάποιες γυναίκες, θα του φέρουν το κέρασμα
και θα του χαμογελάσουν
διότι νιώθουν την ίδια ξενιτιά μέσα στην οικειότητα των άλλων.

Έζησα την ζωή μου με την μάταιη ολοκληρωτική επίγνωση του ετοιμοθάνατου
που δεν υπάρχει τρόπος να την μοιραστεί.

Εζησα τη ζωή μου σε παράξενους τόπους με λοξό φως
και αρχαίο χρόνο
παρατηρώντας τις τεράστιες σκιές των ασήμαντων πράξεών μου
στους άσπρους βράχους.

Κώστας Ψαράκης

Από Στάχτες

Ελπήνωρ

                                                                               Ἐλπήνορ πῶς ἦλθες…
                                                                                        ΟΜΗΡΟΣ

Τοπίο θανάτου. Η πετρωμένη θάλασσα, τα μαύρα κυπαρίσσια,
το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από τ’ αλάτι και το φως,
τα κούφια βράχια, ο αδυσώπητος ήλιος απάνω,
και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα,
μονάχα απέραντη, αρυτίδωτη, πηχτή σιγή.

Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε,
όχι ο πιο γέροντας: Κοιτάχτε, ο Ελπήνωρ πρέπει να ‘ναι εκείνος…
Εστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πώς θυμηθήκαμε,
αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποταμιά το καλοκαίρι.
Ήταν αυτός ο Ελπήνωρ, πράγματι, στα μαύρα κυπαρίσσια,
τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς,
σκαλίζοντας την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Και τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Ελπήνορα,
Ελπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ’ αυτή τη χώρα;
είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο μπηγμένο στα πλευρά,
τον περσινό χειμώνα, κ’ είδαμε στα χείλη σου το αίμα πηχτό,
καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου δίπλα στού σκαρμού το ξύλο.
Μ’ ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψαμε στην άκρη του γιαλού,
ν’ ακούς τ’ ανέμου το μουρμούρισμα το ρόχθο της θαλάσσης.
Τώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; πώς βρέθηκες σ’ αυτή τη χώρα
τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;

Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Και τότε πάλι εφώναξα
βαθιά τρομάζοντας: Ελπήνορα, που ‘χες λαγού μαλλί
για φυλαχτάρι κρεμασμένο στο λαιμό σου, Ελπήνορα,
χαμένε στις απέραντες παράγραφους της ιστορίας,
εγώ σε κράζω και σα σπήλαιο αντιλαλούν τα στήθια μου
πώς ήρθες, φίλε αλλοτινέ, πώς μπόρεσες
να φτάσεις το κατάμαυρο καράβι που μας φέρνει
περιπλανώμενους νεκρούς κάτω απ’ τον ήλιον, αποκρίσου,
αν η καρδιά σου επιθυμεί μαζί μας να ‘ρθεις, αποκρίσου.

Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω.
Το φως σκάβοντας ακατάπαυστα βαθούλωνε τη γη.
Η θάλασσα, τα κυπαρίσσια, τ’ ακρογιάλι, πετρωμένα
σ’ ακινησία θανατερή. Και μόνο αυτός, ο Ελπήνωρ
που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή μες στα παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος απ’ την πίκρα της παντοτινής του μοναξιάς,
με τον ήλιο να πέφτει στα κενά των στοχασμών του,
σκαλίζοντας τυφλός την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα,
σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά
στον αδειανό, χωρίς φτερά, χωρίς ηχώ, γαλάζιο αιθέρα.

Τάκης Σινόπουλος

Aπό Στιγμές

η διασκέδαση του Ποιητή

Τήν ἑβδομάδα μιά φορά, πηγαίνει στό καζίνο·
(ἔχουν δωρεάν τήν εἴσοδο…)
Ἀρέσει τά χρώματα, τούς θορύβους, τόν συνωστισμό,
τίς φωνές, τά γέλια, τό κοσμικό τῶν αἰθουσῶν…
Μά πιό πολύ παρατηρεῖ τούς ἐθισμένους.
Σκυμμένοι πάνω στά πράσινα τραπέζια,
μέ μάτια θολά καί κόκκινα τῆς ἀϋπνίας.

Ἡ ἀγωνία κάμει τά χέρια τους νά τρέμουν,
ἡ ἀπελπισία φέρνει τρέμουλο στά χείλη,
μιά ὑγρασία λάμπει στά βλέφαρα
ὅταν τό στερνό τους στοίχημα χάνεται…
Μά κάπως πάλι θά εὕρουν τό κουράγιο,
(περίεργο πῶς πάντα βρίσκουν δανεικά!..)
καί πάλι ἀπό τήν ἀρχή, πάλι μέ τήν ἐλπίδα…
Πόσο τούς λυπᾶται τούς ἄμοιρους,
στό πάθος ἐθισμένους!..

Δύο καί τρεῖς ὧρες τούς παρατηρεῖ…
Ἔπειτα σάν πέσει τό σκοτάδι,
ἐπιστρέφει στό δανεικό ὑπόγειο,
ξαναπιάνει τά χαρτιά του, γράφει, σβήνει,
σκυμμένος πάνω στόν στίχο, μέ μάτια θολά,
μέ χέρια πού τρέμουν σκίζει τό φύλλο,
μέ χείλη πού τρέμουν ξαναρχίζει,
κυνηγᾶ τήν λέξη, βρίζει, στενάζει,
βρίσκει κουράγιο ξανά καί ξανά
νά γράφη, νά σβήνη,
νά γράφη, νά γράφη, νά γράφη…

Ὥσπου νά περάσουν οἱ μέρες,
νά μπεῖ στό καζίνο ξανά γιά νά ἰδεῖ,
ξανά νά λυπηθῆ τούς ἐθισμένους,
τούς καημένους…

Στράτος Κοντόπουλος

Από Μάνος Τασάκος/fb

μονό ποίημα

Για ν’ αγαπώ,
είν’ αρκετό,
ένα πόδι
– να πηγαίνω –
κι ένα χέρι
μονοδάχτυλο,
να σου δείχνει το αστέρι.

Κι ένα μάτι,
είν’ αρκετό,
είναι πολύ,
– αλήθεια λέω,
το άλλο ας είναι παράθυρο κλειστό –
να σου μετρά τα βήματα,

πόσα τα δεξιά και πόσα τα ζερβά,
πόσα πατούν στη γη καλά,
και πόσα παν’ κάτω να σε γείρουν.

Κι ένα αυτί, εγώ,
για ν’ ακούω το πουλί,
μονάχο κι αζευγάρωτο,
τραγούδια να μου λέει για το γυρισμό,
κι όσα για σένα του φέρνει ο αέρας.

Κι ένα μονό πνευμόνι,
μισά να ανασαίνω,
ψηλό προσκεφάλι το στήθος μου,
να μη γλιστράς στα πλάγια
σε ύπνο ανήσυχο.

Και μια σελίδα χαρτί,
μια ιστορία να σου πλέκω:
“Μια φορά κι έναν καιρό, πολύ παλιά,
ήταν ένας άνθρωπος μισός,
που αγάπησε πολύ
και γράφει
κι αντιγράφει
τούτο ‘δω
το μονό ποίημα…”

Δημήτρης Σούκουλης

Από No Sense Words – Λέξεις Φυγόκεντρες

αταξία

Όταν ξεκινά η περίοδος του κυνηγιού
Τα πουλιά κρύβονται στις φτερούγες τους
Οι άνθρωποι καμώνονται τους ήρωες
Οι σκαντζόχοιροι ντύνονται κάκτοι

Στο σπίτι υπάρχει πάντα νερό σε λαγούμια με δηλητήριο
Και τροφή γεμάτη καρφίτσες για τη μάσηση
Ώρες-ώρες ο παρακλητικός φωνάζει τον μέντορα
Κι ο πνευματικός σηκώνει τα χέρια ελέω Θεού
Νίπτοντας τας χείρας επί των υδάτων

Τι μέρες και κείνες, οι μέρες του κυνηγιού
Ο πατέρας λιοντάρι
Η μάνα αλεπού
Οι γέροντες κόρακες
Τα αδέλφια περιπλανώμενες ύαινες
και η πολιτεία
νεκρωμένος ιστός αράχνης από κανόνες και νόμους.
Αταξία

Οι νεκροί με τους ζωντανούς κι αυτοί με τους ανθρώπους.

Δημήτριος Γκόγκας

Από Διάστιχο

η Πόρτα

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Μπορεί απ’ έξω εκεί να στέκει
ένα δέντρο, ένα δάσος,
ένας κήπος,
ή μια πόλη μαγική.

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Μπορεί να είναι το σκυλί που ψαχουλεύει.
Μπορεί να δεις κάποια μορφή,
ή ένα μάτι,
ή την εικόνα
μιας εικόνας.

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Αν είναι η καταχνιά
θα καθαρίσει.

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Κι αν είναι μόνο η σκοτεινιά
που θορυβεί
κι αν είναι μόνο
κούφιος άνεμος
κι αν
τίποτα
δεν είναι
έξω εκεί,
πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.

Τουλάχιστο
θα γίνει
κάποιο
ρεύμα.

Miroslav Holub

Μτφ Σπ. Τσακνιάς