η ζυγαριά

Στη μια πλάστιγγα βάλε τον ήλιο∙
βάλε τη θάλασσα∙ βάλε το τραγούδι.
Στοίβαξε όλα τα νησιά του Αιγαίου,
με τα κοχύλια των ευτυχισμένων ποιητών.
Τι άλλο μένει; Ο έρωτας. Βάλε, λοιπόν,
στην κορφή, πάνω απ’ όλα, και τον έρωτα.

Όμως η πυραμίδα τούτη της χαράς
κατακόρυφα θα μπορούσε να υψωθεί,
αν στην άλλη πλάστιγγα ακουμπούσαν
ένα μικρό αντικείμενο νοσοκομείου.

Γ.Θ. Βαφόπουλος

Από Translatum

τυφλός ήλιος

Ούτε απόψε
χρειάστηκα τα μάτια μου.
Τα έβγαλα πέρα μια χαρά
με το σκοτάδι.

Ποιος είναι αυτός
που βρέχει το χορτάρι
κάθε απόγευμα;
Θα τον μαντέψω
να του κάνω το τραπέζι.
Έτσι απότομα
που έσβησε η μέρα
το μεσημέρι
δεν αντάμωσε το δείλι.
Αν φανταστώ το φως
θα ξημερώσει.
Προτού χαράξει
θα βάψω τα παράθυρα γαλάζια.
Τυφλός ο ήλιος θα πιστέψει
πως μετοίκησε ο ουρανός.

Αντώνης Τσόκος

Από Αντώνης Τσόκος f/b

ο μπακάλης

Θυμάμαι το μπακάλη
με το ποδήλατο
το Χρήστο το Ραβάνη
κοντό κι αδύνατο.

Δεκάδες προϊόντα
στ’ όχημα στοίβαζε
ερχόταν πόρτα πόρτα
και μας τα μοίραζε.

Δυο τσάντες στο τιμόνι
πίσω κιβώτιο
με ήλιο και με χιόνι
στο δρομολόγιο.

Με τις παραγγελίες
ποτέ δε λάθεψε
κι απ’ όλες τις κυρίες
εύσημα μάζεψε.

Άφταστο στην προπαίδεια
το μολυβάκι του
τίμια βερεσέδια
στο τεφτεράκι του.

Θυμάμαι τη ρετσίνα
-το κεχριμπάρι του-
που ‘χε τα χρόνια εκείνα
μες στο κελάρι του.

Πέφταν σαν τις ακρίδες
οι ξεροσφύρηδες
εργένηδες, μπεκρήδες
και νοικοκύρηδες.

Τα βράδια τον τιμούσε
κι αυτός τον οίνο του
κι ύστερα γρατζουνούσε
το μαντολίνο του.

Άρης Μπιτσώρης

ξυπνάω ιδρωμένη

κι εγώ τη μυρωδιά σου έσερνα
βαριά
μέσα απ’ τη νύχτα
κι είχα τα χέρια μου κομμένα απ’ τους αγκώνες,
και μία σίγουρη φωνή•
είχα κλειδιά
-κλειδιά να δουν τα μάτια σου-
αλλά πώς ρίχνονταν λέει σε κείνο το πηγάδι
ρίχνονταν από ποιόν

τότε λοιπόν ερχόσουνα
όπως κανείς γυρνάει καμιά φορά στον εαυτό του
κι έκανες για ν’ ακούσεις
κι έλεγες πως θα έχει πάτο αυτή η πτώση-
μα δεν διακρίναμε•
δεν μας διακρίναμε από τον πάτο
ζωντανούς
και τις φωνές μας που ανεβαίναν σκοτωμένες

Μαρία Θεοφιλάκου

Από σινιάλο

υγρός τάφος

Βροχή καρφιά
σταυρώνουν όνειρα
θόρυβος πνίγει λαμαρίνες
σε τρύπιο φουσκωτό.
Πρόσφυγας ανήλικος
δίχως αδιάβροχο
η δικαιοσύνη.

Δήμος Χλωπτσιούδης

το παγωμένο χέρι

Το παγωμένο χέρι
της αλλοτινής ανέχειας
τσακίζει μία μία
τις σανίδες σωτηρίας
στους τωρινούς κατακλυσμούς

οι ενοχές μας
δημοσιεύονται σε εγχειρίδια
ακατάσχετης κοινωνιολογίας

το αύριο σκελετωμένο
σ’ ένα ανένδοτο σκοτάδι

εάν δεν ξεχερσώσουμε
τις πεδιάδες των αιώνων
τα τείχη της Ρώμης
θα επανέλθουν

Δημήτρης Τρωαδίτης

χωμάτινοι αντίλαλοι

Ζούμε σε μινωικά πιθάρια
όμορφα διακοσμημένα
δε βλέπουμε ουρανό,
ακούμε από πάνω
τους αρχαιολόγους.
Έχουν φτάσει στη βυζαντινή περίοδο.
Θέλουν πολύ ακόμα για μας εδώ κάτω.
Ασφυκτιούμε
τους φωνάζουμε απελπισμένοι
να κάνουν πιο γρήγορα
να μας βγάλουν στο φως
και χτυπάμε τα τοιχώματά μας.
Μια μέρα τα πιθάρια σπάνε
και γεμίζουμε χώματα.

Πεθαίνουμε με τη θλίψη
πως δε γίναμε κάτι
παραπάνω από χωμάτινοι αντίλαλοι.

Δημήτρης Παπαστεργίου

Από Εκκύκλημα από μηχανής λέξεων