τόσα δάση

Τόσα δάση στη γη ξεριζωμένα
και σφαγμένα
αποτελειωμένα
δεματιασμένα

Τόσα δάση θυσιασμένα για να γίνουν χαρτί
δισεκατομμύρια εφημερίδες κάθε χρόνο
συστήνουν προσοχή στους αναγνώστες
επισημαίνοντας τους κινδύνους που απειλούν
τα δέντρα και τα δάση.

Ζακ Πρεβέρ

Μτφ Βαγγέλης Χατζηδημητρίου

Advertisements

κοιμητήρια

Χορταριασμένα μνήματα
στα νεκροταφεία
μας βάζουν σε σκέψεις
όταν τα επισκεπτόμαστε
όλοι έχουμε κάποιον εκεί
πηγαίνουμε
πλένουμε τα μάρμαρα
βγάζουμε τα χόρτα
ανάβουμε το καντηλάκι
ένα κερί ίσως
κι ύστερα κοιτάμε
τα κοντινά μνήματα
τις ηλικίες
τα ονόματα
καμιά φορά ξεμακραίνουμε
βρίσκουμε παλιούς γνωστούς
μπορεί και φίλους
συγγενείς ή γείτονες
πότε χάθηκαν όλοι
κι ύστερα φεύγουμε
αφού κάναμε το καθήκον μας
κι είμαστε τώρα διαφορετικοί
μα αυτό δυστυχώς
κρατάει για λίγο.

Γρηγόρης Σακαλής

Από Το Koskino

η φτώχεια

Η φτώχεια με τραβάει προς τη λύτρωση.

«Σου φτάνει» λέει «ένα μικρό καλύβι στο βουνό»
ή πιο σωστά να κατοικείς σε μια κουφάλα δέντρου.

Από βιβλία σου φτάνουνε ποιήματα
και παραμύθια.

Κ’ ίσως ούτε κι αυτά.

Σου πάει πιο καλά μια εντελώς
άδεια βιβλιοθήκη.

Αν και το τέλειο θα ήτανε τα ξύλα της
να επιστρέψουν το ταχύτερο στο δάσος.

Γιάννης Υφαντής

μια πέρλα μπηγμένη βαθιά στην καρδιά

Μια πέρλα μπηγμένη βαθιά στην καρδιά:
ο φόβος μου.
Είναι μια σταγόνα κρύο φως.
Είναι ένα δάκρυ που κρυσταλλώθηκε.
Να μην υπήρχε θά ’θελα,
όμως είναι εδώ, είναι μέσα μου:
έχει δεθεί, έχει γίνει κόσμημα
μέσα στην καρδιά μου.
Άχρηστο, αδύνατο να το χαλάσω.
Να μάθω τώρα πρέπει
–που είναι και το πιο δύσκολο απ’ όλα–
να μη φοβάμαι τον φόβο μου.

Alda Merini

Μτφ Γιώργος Κεντρωτής

Από Yorgos Kentrotis/fb

ο ξένος

Eζησα τη ζωή μου όπως o μόνος ξένος
σε επαρχιακό καφενείο
όπου όλοι οι άλλοι γνωρίζονται μεταξύ τους
και τον κοιτάζουν με περιέργεια και επιφύλαξη.
Μόνο οι γυναίκες, κάποιες γυναίκες, θα του φέρουν το κέρασμα
και θα του χαμογελάσουν
διότι νιώθουν την ίδια ξενιτιά μέσα στην οικειότητα των άλλων.

Έζησα την ζωή μου με την μάταιη ολοκληρωτική επίγνωση του ετοιμοθάνατου
που δεν υπάρχει τρόπος να την μοιραστεί.

Εζησα τη ζωή μου σε παράξενους τόπους με λοξό φως
και αρχαίο χρόνο
παρατηρώντας τις τεράστιες σκιές των ασήμαντων πράξεών μου
στους άσπρους βράχους.

Κώστας Ψαράκης

Από Στάχτες

Ελπήνωρ

                                                                               Ἐλπήνορ πῶς ἦλθες…
                                                                                        ΟΜΗΡΟΣ

Τοπίο θανάτου. Η πετρωμένη θάλασσα, τα μαύρα κυπαρίσσια,
το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από τ’ αλάτι και το φως,
τα κούφια βράχια, ο αδυσώπητος ήλιος απάνω,
και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα,
μονάχα απέραντη, αρυτίδωτη, πηχτή σιγή.

Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε,
όχι ο πιο γέροντας: Κοιτάχτε, ο Ελπήνωρ πρέπει να ‘ναι εκείνος…
Εστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πώς θυμηθήκαμε,
αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποταμιά το καλοκαίρι.
Ήταν αυτός ο Ελπήνωρ, πράγματι, στα μαύρα κυπαρίσσια,
τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς,
σκαλίζοντας την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Και τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Ελπήνορα,
Ελπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ’ αυτή τη χώρα;
είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο μπηγμένο στα πλευρά,
τον περσινό χειμώνα, κ’ είδαμε στα χείλη σου το αίμα πηχτό,
καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου δίπλα στού σκαρμού το ξύλο.
Μ’ ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψαμε στην άκρη του γιαλού,
ν’ ακούς τ’ ανέμου το μουρμούρισμα το ρόχθο της θαλάσσης.
Τώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; πώς βρέθηκες σ’ αυτή τη χώρα
τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;

Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Και τότε πάλι εφώναξα
βαθιά τρομάζοντας: Ελπήνορα, που ‘χες λαγού μαλλί
για φυλαχτάρι κρεμασμένο στο λαιμό σου, Ελπήνορα,
χαμένε στις απέραντες παράγραφους της ιστορίας,
εγώ σε κράζω και σα σπήλαιο αντιλαλούν τα στήθια μου
πώς ήρθες, φίλε αλλοτινέ, πώς μπόρεσες
να φτάσεις το κατάμαυρο καράβι που μας φέρνει
περιπλανώμενους νεκρούς κάτω απ’ τον ήλιον, αποκρίσου,
αν η καρδιά σου επιθυμεί μαζί μας να ‘ρθεις, αποκρίσου.

Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω.
Το φως σκάβοντας ακατάπαυστα βαθούλωνε τη γη.
Η θάλασσα, τα κυπαρίσσια, τ’ ακρογιάλι, πετρωμένα
σ’ ακινησία θανατερή. Και μόνο αυτός, ο Ελπήνωρ
που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή μες στα παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος απ’ την πίκρα της παντοτινής του μοναξιάς,
με τον ήλιο να πέφτει στα κενά των στοχασμών του,
σκαλίζοντας τυφλός την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα,
σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά
στον αδειανό, χωρίς φτερά, χωρίς ηχώ, γαλάζιο αιθέρα.

Τάκης Σινόπουλος

Aπό Στιγμές