μνήμη Αλέξη Τραϊανού

Είμαι ποιητής, το πιο ιερό που υπάρχει―
βιρτουόζος της απόγνωσης
ψάλτης της αγωνίας:

Ένα κοπάδι εφιάλτες, κάθε πρωί
ολόλευκο, στο βοσκοτόπι της ψυχής.

Ε. Μύρων

(Α’ δημοσίευση)

Advertisements

η μεγαλοκοπέλα

Τέσσερις δρόμοι είναι η πόλη σου μεγάλη
τα πρωινά προαυλισμός της φυλακής
στον ίδιο φούρνο στον απέναντι μπακάλη
όλα τετράγωνα σαv πλαίσιο λογικής

μαλλί καμένο από χίλια πιστολάκια
κάθε ρυτίδα σου το δρόμο της τραβά
στήνεις καυγά με ένα τελάρο φασολάκια
που το τομάρι τους πουλάνε ακριβά

παλιό κατάλοιπο αυστηρής πατριαρχίας
του καθώς πρέπει απαρνείσαι την αιδώ
κι έχεις το βλέμμα κοριτσιών της επαρχίας
και την απόγνωση του πάρε με από εδώ.

Τάκης Νικολετάτος

Από Μικρό ταξίδι

αναδάσωση

Η περιοχή μας
αναδασώθηκε
με καπνοδόχους.

Απ’ τα φλογισμένα
ρουθούνια τους
αναπνέουμε

Δενδροστοιχίες
πανύψηλες
οι μαύροι καπνοί τους.

Στα φορτισμένα σύννεφα
Μ’ απειλή
τ’ ανήσυχα βλέμματα
αλεξικέραυνα

Η περιοχή μας
αναδασώθηκε
με κυπαρίσσια.

Κώστας Πηγαδιώτης

Από Ποιητικό Σταυροδρόμι

ουτοπία

Όπως η μέρα επιστρέφει στη νύχτα – το κέρμα της,
ένα φεγγάρι ονειρεύτηκα που θα ‘ναι παντοτινά ολόγιομο.

Ένα φεγγάρι που θ’ ανθίζει το δάκρυ των ανθρώπων
και θα μυρίζει χνώτο μικρού παιδιού.

Το σούρουπο σεργιάνισα κατά κει που ανασαίνει ο ορίζοντας
και ανεξίτηλα έγραψα πλάι στη λέξη Ειρήνη :
Θέλει καρδιά για να ευωδιάσει ο άνθρωπος
Θέλει όραμα για να λάμψει ο κόσμος

Όπως η νύχτα εξαργυρώνει στη μέρα – το κέρμα της,
ρίξε φωτιά στα όνειρα να γίνει χρώμα το σκοτάδι

Και ύστερα αγνάντεψε το φως…

Σωτήρης Λάμπρου

Από Στιγμές

εωθινό

Την ώρα που μόνους μας ρύθμιζεν ο ύπνος
υγρό το χέρι σου έρρευσε να μου χαρίση
άρτο και οίνο, κοινωνίας κρυφής μεθύσι·
πλήρης ο πόθος ήτο ο μυστικός μας δείπνος.

Δεν είχε πλέον Γεσθημανή της προδοσίας,
βαθιά κι ηδέως μας εψιθύρισεν η κτίση·
κι αν είχε τρεις φορές ο πετεινός λαλήσει
ήταν για να προφέρει λόγια αθανασίας.

Μ’ άνθινο, ακάνθινο της ομορφιάς στεφάνι
το γάλα σώμα σου είχε στέψει το κορμί μου.
Άναψα τότε το τσιγάρο και μου εφάνη

πως ήσουν μέγα δέντρο εν μέσω της ερήμου,
γιγάντιο δέντρο, φουντωμένο ρόδα ή μήλα
και ζωντανό νερό στην ρίζα του που εκύλα.

Ηλίας Λάγιος

μάτια κλειστά

Στη φωτογραφία βγήκες με κλειστά τα μάτια.
Προσπαθείς, προσπαθείς,
μα είναι εξαιρετικά δύσκολο ―αν όχι αδύνατο―
να τ’ ανοίξεις.

Και παραμένει ο φόβος
πως αυτή θα είναι η τελευταία σου φωτογραφία,
η μόνη που θα επιβιώσει,
κι ότι όλοι θα σκέφτονται
«έτσι έζησε τη ζωή του,
με κλειστά τα μάτια».

Στέφανος Σταυρίδης

ελπίδα

σχολεία χωρίς μαθητές
τετράδια με σημειώσεις
ανοιχτά βιβλία, κίτρινες σελίδες
με το μάθημα της ιστορίας
σελ. 36, Κεφάλαιο Β’, ο Μιλτιάδης
κι η μάχη του Μαραθώνα,
πέφτουν οι σοβάδες
από τους υγρούς τοίχους
μ’ ένα βουβό χτύπημα
σαν αυτοκρατορίες που λένε
το ύστατο χαίρε,
μόνο ο γέρο-δάσκαλος επιμένει
να κρατά ζωντανή την ελπίδα
ποτίζοντας το μικρό γεράνι
στο παράθυρο
που κάποτε του χάρισαν
οι μαθητές του

Ειρηναίος Μαράκης