η βροχή

Όπως ο άνεμος που φέρνει νερό, γέρνει το πλοίο με τα ιστία
απ’ τη μια μπάντα, και περνούν κάτω απ’ την εύδρομη τρόπιδα,
και σκαμπανεβάζουν το κύτος τα πολυκέφαλα κύματα
το ξεφύλλισμα κάποιων αναμνηστικών,
έγειρε την ύπαρξή μου ολόκληρη στη νοσταλγία.

Όπως είναι η βροχή, θέλω να προσδιορίσω,
όταν οι χοντρές στάλες χτυπούν
το ξανθό θερινό χώμα και μεταλλάσσουν την ουσία του
και σηκώνουν τη μυρωδιά.

Όπως είναι η θερινή βροχή, όταν συρτά περνά πάνω στα φύλλα
των δέντρων κι’ απ’ ανατρίχιασμα κυματίζει
το στρόγγυλο σχήμα τους.

Γιατί το πρόσωπό σου που ζητώ είναι όπως η βροχή η άφθονη,
και τα πράσινα μάτια σου όπως το χρώμα του καιρού, το βαρύ.
Κλεισμένος στην κάμαρη την άγευστη βροχή ακούω να χτυπά
το παράθυρο της μοναξιάς μου.
Γλυκύτατη βροχή, πλούσια σ’ όλον τον τόπο.

Ν.Γ. Πεντζίκης

Από Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη

της Σελήνης

Απόψε
θα αγκαλιάσω την Πανσέληνο.
Με μια κίνηση
θα τυλιχτώ στο πέπλο Φωτός της
και θα χορέψω σαν μικρός ιππόκαμπος
ενώ Τρίτωνες θα σαλπίζουν
μεσ’ από μικροσκοπικά κοχύλια
και η θάλασσα θα παλιρροεί.
Πρώτη φορά βλέπω
να κυλάει ασημένιο αίμα
σαν υδράργυρος
σαν πυρετός που ανεβαίνει
και πυροδοτεί το μυαλό μου.
Απόψε
θα εκτιναχτώ στο φεγγάρι.

Ειρήνη Βρης

19.

Κυνηγώ ακόμα να σε σκοτώσω
στο πάρκο με τους καθρέφτες

όποιος ξεφύγει απόψε για πάντα θα ξεφύγει

και διήρχετο ώρες δέκα
εκ της λεωφόρου ο τρόμος

ο τρόμος μην τυχόν και πρόωρα
ξημερώσει

Πέτρος Σκυθιώτης

Από Το Koskino

τα μοναχικά παιδιά

Φως τελευταίο στην άκρη του καλοκαιριού
Και σχίνα μυστικά που ευωδιάζουν κορίτσια
Και χίλιες δυο χιλιάδες άνθρωποι φύλλα αγέρας
Και χαμόγελα που σβήνουν με την πρωινή βροχή

Ήρθες σ’ ανύποπτη εποχή
Εποχή της θάλασσας και του καλοκαιριού
Σε ματωμένα πάρκα
Σκοτεινά υπόγεια
Σε διακρίνω
Να στροβιλίζεσαι χορεύοντας τη ζωή σου
Ένα δύο τρία
Ένα δύο τρία
Αλήθεια υποφέρεις τόσο πολύ;

Από πού ήρθες
Ανάμεσα από κεραυνούς και θύελλες
Κίτρινα φύλλα και μουσική
Για να δακρύσεις
Για να είσαι μόνη
Για να ματώσεις τις καλοκαιρινές ώρες μου
Η χούφτα μου είναι ζεστή σαν το πατρικό σου τζάκι
Κάνε ένα βήμα κι εσύ
Να μη χαθούμε στην πρωινή ομίχλη
Και το χρόνο που σου αντιστέκεται κάρφωσέ τον
Είναι δικό σου απόκτημα οι εποχές
Πρέπει να παραμείνουμε μια έκπληξη
Για να νικήσουμε την ερημιά μας.

Σε περιμένω
Με την κρυφή μας μοίρα στα μάτια μου
Από το μυστικό κόσμο της θάλασσας σε περιμένω
Να γίνεις δικό μου συμπλήρωμα – μουσική μου προέκταση
Δικός μου παράφορος λόγος – δικό μου καλοκαίρι
Με την κρυφή μας μοίρα στα μάτια σου

Από πού ήρθε αυτή η μουσική
Αυτό το θρόισμα των φύλλων
Αυτό το σύννεφο
Από πού ήρθε αυτή η γεύση της πικρής αροδάφνης
Να μας ενώνει και να μας χωρίζει κάθε καλοκαίρι
Από πού ήρθες λοιπόν
Με τούτα τα μοναχικά παιδιά συντροφιά σου
Αλήθεια
«All the lonely people
where do they all come from?»

Δημήτρης Ποταμίτης

Από Βίκυ Παπαπροδρόμου

η προσευχή ενός ειδωλολάτρη

Α! μη τις φλόγες σου τις λιγοστεύεις!
Πάλι την κρύα μου ζέστανε ψυχή,
εσύ Ηδονή, που τις καρδιές παιδεύεις!
Diva, supplicem exaudi!

Θεά που ΄σαι στ’ αγέρι σκορπισμένη,
φλόγα στο σπήλαιό μας το κρυφό,
άκουσε μια ψυχή αποκαμωμένη,
που ύμνο σου προσφέρει από χαλκό.

Γίνου, Ηδονή, μόνη βασίλισσά μου.
Σειρήνας μάσκα φόρεσε, θεά μου,
με σαρκοβελουδένια ομορφιά,

ή χύσε τις βαρύπνιες σου σ’ εμένα
μες τ’ άυλα κρασιά τα μαγεμένα,
ω Ηδονή, άπιαστη εσύ σκιά!

Charles Baudelaire

Μτφ Γ. Σημηριώτης

η αλκοολική μοδίστρα του ουρανού

Δεν μπορώ να δω τα πουλιά.
Αντικρίζοντάς τα,
βλέπω τις μαύρες κόπιτσες του ουρανού
που συγκρατούν τα τραύματά του.

Μετά, έρχεται το απόγευμα
κι η ράφτρα του πόνου πίνει τόσο πολύ
που αρχίζουν να τρέμουν τα χέρια της,
χάνει τις κόπιτσες
και αφήνει ακάλυπτο
για λίγο
το δέρμα του ουρανού.

Τότε, από εκεί
εγώ κοιτάζω την πληγή
κι εσείς το ηλιοβασίλεμα.

Αντιγόνη Βουτσινά

Από Αποτυπώματα