τριγύρω σάλια

Κι αν το φεγγάρι τελικά είναι το νύχι
που το ‘φτυσε
που το ‘φτυσε μια νύχτα
που το ‘φτυσε μια νύχτα ο θεός
ως ένδειξη αιώνιας αγωνίας;

Γιώργης Μακελάρης

Από το Τσακμάκι#2

το έξω και το μέσα

Αόριστα βλεπόταν στο γυαλί καθώς
το φως άναβε μιαν αντανάκλαση
μέσα στο τζάμι
κι άξαφνα, είχε μεταφερθεί μαζί με το πολύφωτο
και τα έπιπλα έξω στη βροχή
Έμπλεκαν τα μαλλιά της στα πυράκανθα
που τυραννούσε η θύελλα
κι έμεναν ανέπαφα
Άχνιζε το φλιτζάνι του τσαγιού
σκαρφαλωμένο στο κλαδί που λικνιζόταν
κι ισορροπούσε
Τα δέντρα είχαν ξετρελαθεί απ’ τον άνεμο
ενώ στα ράφια αραδιασμένα τα βιβλία
έδιναν την εικόνα
της τάξης και της θαλπωρής
μιας κάμαρας φανταστικής μεταφερμένης
στη νύχτα και το ρίγος της βροχής.

Μελισσάνθη

λυρικό

Ήταν αλήθεια πως εζούσα
κάποια ζωή ξεχωριστή,
ζούσα όπως ήθελεν η Μούσα
κι όπως δεν ήθελε η ζωή.

Λοξά με κοίταζαν οι άλλοι
σα να με παίρναν για τρελό,
κι ήταν για με χαρά μεγάλη
μαζί τους πάντα να γελώ.

Μ’ αλήθεια αν έχασα το νου μου
κι αν έχω τώρα τρελαθεί,
το ‘παθα, αχ άστρο τ’ ουρανού μου,
όταν επρόβαλες εσύ!…

Μήτσος Παπανικολάου

άνθρωποι και πρόσωπα

Υπάρχουνε στα θλιβερά κι άτυχα πρόσωπά μας
Κάτι σκιές παράξενες που φεύγουνε το φώς
Κάτι σημάδια κουρασμένα που πληθαίνουν
Και βγαίνουνε τα βράδια σιωπηλά
Σε σκοτεινές κι ατέλειωτες σειρές
Και βγαίνουνε και ζούν στα πρόσωπά μας.

Υπάρχουνε στα θλιβερά κι άτυχα πρόσωπά μας
Κάτι βουβά παράπονα που κείτονται από χρόνια
Κάτι σαν να πεθάναμε προτού να γεννηθούμε·
Κι έτσι που παράξενα ηχούν τα βήματά μας
Μοιάζουν αυτά τα θλιβερά κι άτυχα πρόσωπά μας
Μακριά πίσω από μάς ν΄ ακολουθούνε.

Τάσος Ζερβός

Από Λογοτεχνικό Αρχείο Μάνου Τασάκου

λοιπόν, κι αυτό δε μου ‘πρεπε

Λοιπόν, κι αυτό δε μου ‘πρεπε το τελευταίο λουλούδι.
Και πέρασε η ζωούλα του πνοή.
Ένα άξαφνο φωσφόρισμα, ένα πικρό τραγούδι,
Ένας νεκρός ακόμα στη ζωή.

Μιλώ για την αγάπη σου. Μιλώ συλλογισμένη.
Είναι σιωπή και πένθος στην καρδιά.
Λέω μόνο, πώς μπορεί ποτέ, πώς πια να μην της μένει
Ούτε η γλυκιά που αλλάξαμε ματιά.

Μαρία Πολυδούρη

6 1/2

Έξι πέτρινα κεφάλια κι ένα μισό
φυτρώσαν στην αυλή μου
Κι ένα μισό
—σχεδόν μονάχα στόμα—
να κλαίει, να μιλάει, να φιλά
τα έξι άσπρα πέτρινα κεφάλια
που μεσάνυχτα φυτρώσαν στην αυλή μου.

Δημήτρης Λίβας

τρεις σταυροί

Ξεκίνησε ο ξυλουργός και το σημάδι αστόχησε·
η πέτρα που χορτάριασε έλιωσε στον ήλιο,
κι εμείς απομείναμε να περιμένουμε το πέρασμά του.
Ένα θάμα ένα θάμα, φωνάξαμε·
κάποιο νεκροπούλι φτερούγισε.
Τα μάτια μας τα θάμπωσε μια ηλιαχτίδα καπνού·
έτσι νέος μας ήρθε στο αλώνι,
γεμάτος ρόδια και γλυκόπικρες αναμνήσεις.
Έτσι νέος έφυγε για τον αγέρα.
Στο βουνό έμειναν σημάδι για μας τρεις σταυροί.

Σωτήρης Βαλούρης

γύρισα απ’ τον πόλεμο

Γύρισα απ’ τον πόλεμο· φιλιά αγκαλιές
και τ’ όνειρό μου έκλεισε σα θάλασσα.
Οι άλλοι βύθιζαν τα δάχτυλά τους στο κορμί μου
κι έφταναν ώσμε την καρδιά. Πληγωμένος,
αλλά τα αστέρια σφούγγιζαν το αίμα μου.
Λάμψη σαν από αυγουστιάτικο φεγγάρι.

Γύρισα κι άκουσα πάλι πυροβολισμούς
βογγητά τύμπανα πολεμικές τρομπέτες
μάνες να ολοφύρονται κορίτσια να καλούνε
πίσω στα τείχη· άκουσα μεσίτες χίλιους
να φωνασκούν στην αγορά χίλια δολάρια η συνείδηση.

Είδα που σκόρπιζαν το ουράνιο τόξο
που δέρναν στα μπουντρούμια τους πολεμιστές
που ξήλωναν τη νίκη από τα στήθη
είδα να βρέχει να βρέχει να βρέχει
ν’ αδιαφορεί ο ήλιος ν’ ανθίζουν ήρεμα οι καρποί
να λειτουργεί η ωραία ζωή σε άδεια παρεκκλήσια
κι έξω να βρέχει να βρέχει να βρέχει
πάνω στο πρόσωπο των δήμιων
πάνω απ’ τη φωτιά του αθώου
να βρέχει να βρέχει να βρέχει.

Είναι ώρα να αγκαλιαστούμε. Να φυλαχτούμε απ’ τη βροχή
πάνω απ’ τη γη μέσα στη γη, κοντά στον ουρανό
είναι ώρα να φυλαχτούμε απ’ την ώρα
που όρισε ο εχθρός να βρέχει.

Κρίτων Αθανασούλης

το δάσος

Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Μιὰ αὐγινή, τὸ κούρσεψαν
ἀνίδρωτοι λοτόμοι,
κι ἐκεῖ εἶναι τώρα δρόμοι
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Τὸ τρίσβαθο ἀναστέναγμα
ποὺ ἄγγιζε τὴν καρδιά σου
κι ἔσπαε τὰ γόνατά σου
δὲ θὰ τ᾿ ἀκούσεις πιά,

τὸ πήρανε στὰ διάπλατα
περίτρομα φτερά τους
καὶ τό ῾καμαν λαλιά τους
τὰ νύχτια τὰ πουλιά.

Καὶ κάτι ποὺ βραχνόκραζε
μὲ μιὰ φωνὴ ἀνθρώπου,
στὸ ἡμέρωμα τοῦ τόπου
βουβάθηκε κι αὐτό.

Τὸ σιγαλὸ τραγούδισμα
ποὺ σ᾿ ἔσερνε διαβάτη
σὲ μαγικὸ παλάτι
δίχως ἐλπίδα αὐγῆς,

τὸ πήρανε -γιὰ κοίταξε-
στερνὴ ἀνατριχίλα
τὰ πεθαμένα φύλλα
ποὺ ἀπόμειναν στὴ γῆς.

Κι ἡ ἅρπα μὲ τὸν ἦχο της
ποὺ σὲ γλυκομεθοῦσε
μὰ κρύφια σοῦ χτυποῦσε
θανάτου μουσική,

χάθηκε μὲ τὴν ἄγγιχτη
ποὺ τὴν κρατοῦσε κόρη,
στὰ πέλαγα, στὰ ὄρη,
νὰ μὴν ξανακουστεῖ.

Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
διαβάτη ἀποσπερνέ,

γεννήκαν νεκροκρέβατα
τ᾿ ἄγρια δεντρά του τώρα
καὶ θὰ τὰ βρεῖς στὴ χώρα
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Μιλτιάδης Μαλακάσης

Από http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/miltiadhs_malakashs_poems.htm

αλλοδαπός

Ανάμεσα απ’ τα νύχια της νύχτας
παραδέρνω σαν αιχμάλωτο έντομο –
ξένης ιθαγενείας.
Πατέρα είχα έναν τζίτζικα ραψωδό
με τρύπιο παντελόνι.
Και μητέρα την απέραντη Ερημιά.
Επάγγελμά μου την κραυγή
– τ’ απαρηγόρητο τραγούδι της τυράγνιας –
κι ηλικία; Αν βγάλεις έξω τις νύχτες
δεν έζησα καθόλου.

Καταδίκη; Μου ‘ραψαν τα χείλη
γιατί τάραζα τον ύπνο ενός Τυφλοπόντικα Φαραώ
που ‘χτιζε τις πυραμίδες του
κάτω απ’ το δέντρο της μοναξιάς μου.
Σ’ αυτό συμφώνησαν ομόφωνα
κι όλοι οι ευαίσθητοι βράχοι
κι ένας ιεροκήρυκας Ιπποπόταμος
που κήρυττε με πάθος την εγκράτεια.
Και μόνο μια ευγενικιά πεταλούδα
μη βρίσκοντας άλλη φλόγα να καεί
τρύπωσε στην καρδιά μου.

Μενέλαος Λουντέμης

Από http://www.bibliotheque.gr/article/52925