μελαγχολία

(Στον Κάρολο Μπωντλαίρ)

Θέλω να πάει αλλού, ή απλά να προσπεράσει…
Όταν στον ώμο με το χέρι μ’ ακουμπήσει
γίνομαι ευάλωτος και χάνομαι στα δάση,
κάτι απ’ τα μάτια της στα μάτια μου θ’ αφήσει

Σε κάποια ανάκτορα με βρίσκει απ’ τα παλιά σας
κλωτσάω μόνος μία μπάλα σ’ άδειους τοίχους,
ύστερα ανοίγω το παράθυρο και… ‘γεια σας’!
Ξόδι μου δίνει δυο αδέσποτούς μου στίχους

Τσιγάρο ανάβω απ’ το φεγγάρι κι αργοσβήνω
φοράω τη μάσκα, στη θυμέλη καθώς πάμε
βλέπω τον άγγελο με τον αρχαίο κρίνο
κάτι της λέει στο αυτί – κρυφογελάνε…

Λες την ψυχή να μου ‘χει κλέψει; (Για φαντάσου…)
Και δεν αντέχω ούτε μακριά, ούτε κοντά της…
‘Ένα φαγιούμ είμαι’, της λέω, ‘στα δάχτυλά σου’
‘Μελαγχολία…’ μου είπε εκείνη το όνομά της

Γιώργος Γκρίλης

Από Τοβιβλίοnet

παλιμβουλία

Το τάζω χρόνο και καιρό
να βάλω μαύρο ράσο
μαύρο μονόκερο σταυρό
στα στήθη να κρεμάσω.

Ν’ αφήσω μάνα κι αδερφή
στα ξένα να μισέψω
και στ’ Αγιονόρους την κορφή
να πάγω ν’ ασκητέψω.

Να ζω μ’ αγία προσευχή
απ’ το πουρνό ως το βράδυ
για να γλιτώσω τη φτωχή
ψυχή μ’ από τον Άδη.

Και μόλις κάμω τη βουλή
την παίρν’ ανεμοβρόχι∙
και συλλογιούμαι το φιλί
θυμούμ’ αυτήν που το ‘χει.

Κι αν είν’ το σπίτι μακριά
κι η ώρα περασμένη
εγώ ‘χω πόδια λαφριά
κι εκείνη με προσμένει.

Γλυκά γλυκά τηνέ φιλώ
γλυκά τηνέ χαϊδεύω. –
Σύρε, ψυχή μου, στο καλό
κι εγώ δεν ασκητεύω!

Γεώργιος Βιζυηνός

Από http://the22gallery.blogspot.gr/2014/10/blog-post_30.html

αθωότης

είμαι άνθρωπος της ιεραρχίας
ξεκίνησα από τον θυρωρό του μεγάρου
πήρε το μικρό φακελάκι
βεβαίως θα ομιλήσω στον κύριο γενικό
στον πρώτο όροφο ο γενικός
δεν ζητούσε φακελάκι
ζητούσε κατάθεση τραπεζική
(καραδοκούν κακεντρεχείς…)
μα φυσικά είναι θέμα ημερών
ο ιδιαίτερος έδειξε να στενοχωρείται
ξέρετε υπάρχει στενότης
φυσικά αν έχετε την οικονομική άνεση
α! ο κύριος υπουργός, πόσο θερμός
πόση κατανόηση στο βλέμμα…
μα ήμουν κι εγώ άνεργος κάποτε αγαπητέ μου
στην ταράτσα είχε μικρό εκκλησάκι
έκαμα το τάμα μου, εδώ υπήρχε σιωπή
(μια απειλητική σιωπή…)
άλλο δεν είχα να κάμω
άλλο δεν είχα να πληρώσω…
πέρασα ξανά μετά από καιρό
τα γραφεία ήσαν άδεια
το εκκλησάκι κλειδωμένο,
μόνο κάτι κομφετί τάσερνε ο αγέρας
στα μαρμάρινα πατώματα
θάχανε ως φαίνεται κάποιο πάρτι
κάποια αποκριά θα γιόρτασαν
υπάρχει βέβαια πάντα η πιθανότης
να έκαμα λάθος στο νούμερο του δρόμου

Μιχάλης Ραδηνός

Από Περιοδικό Χίμαιρα

πέταξε ως τ’ άστρα

Πέταξε ως τ’ άστρα το χρυσό πουλί
στη μοναξιά η καρδιά του η ταραγμένη
τον έρωτά της, ήσυχη, λαλεί
και το τραγούδι, έρχεται και πηαίνει.

Ελησμονήθη τ’ όμορφο πουλί
κι έσβησε στη χαρούμενη λαλιά του.
Μα κει ψηλά το θείον αντιλαλεί
τ’ ολόγλυκο τραγούδι του έρωτά του.

Ιωσήφ Ραφτόπουλος

καταρράχτης

Βογκά η πέτρα η στραφτερή,
νερό, στο πήδημά σου,
κι είναι ένα μάτσο από σπαθιά,
νερό, τ’ ανάστημά σου!

Και γύρω ούτε πουλιού φτερό
ούτε κι ανθός προβαίνει
και μες στο βράσιμο του αφρού
κάθε φωνή σωπαίνει·

μα δώθε στο ανοιχτό το φως,
στο ημέρωμα των βράχων,
μέσ’ απ’ τα χόρτα τ’ αψηλά
το κόασμα των… βατράχων!

Κώστας Βάρναλης

ο λαβύρινθος

Διαδέχονται οι μέρες μου γρήγορα η μια τους την άλλη,
σα να ’ναι πουλιά που κυνηγιούνται στο σούρουπο
μιας ερήμου, μπερδεύονται, πέφτουνε το ένα τους
πάνω στο άλλο, χτυπιούνται ―σωριάζονται,
γίνονται ένα σώμα οι μέρες μου. Σφηνώνονται μες
στις Κυριακές οι Δευτέρες, μπλέκονται οι μήνες
καθώς τα χαρτιά της τράπουλας: Μάρτης
κι αμέσως Δεκέμβρης, Αύγουστος έπειτα,
παγώνουν οι άκρες των χεριών μου καθώς
ψηλαφώ το λαβύρινθο, προσπαθώντας να βάλω μετά
την Κυριακή τη Δευτέρα, ή τον Απρίλη
πριν απ’ το Μάη. Να χωρίσω ξανά
τη βδομάδα σε εικοσιτετράωρα.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Από http://www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=68

το χωνί

Το σούρουπο όταν σκέπαζε το ξέψυχο μιας μέρας
Ένας λαός διαλαλητής ηχούσε στο χωνί
Τον πόνο του αστροπέλεκα τον ψήλωνε ο αγέρας
Λουφάζαν οι Γενίτσαροι, τρέμαν οι Γερμανοί.

Πυκνό, κι ως θύμιζε σκλαβιά, της νύχτας το σκοτάδι
Ένας αντάρτικος λαός κρατούσε το χωνί
Στημόνια ήταν τα λόγια του, τ’ αγρίεμά του υφάδι
Κι απλώναν νεκροσάβανο στου πόνου τη θανή.

Αγνώστου

Από http://the22gallery.blogspot.gr/2014/12/blog-post_4.html

όταν ήρθες…

Έσβηναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι
στον κήπο όταν ήρθες. Εγελούσες
γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι.
Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα
την έκανα γλυκύτατο τραγούδι
κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.

Κ. Γ. Καρυωτάκης

πολυκατοικία

Στην πολυκατοικία μας τούτη, οι δικοί μας νεκροί
δε ροχαλίζουν μονάχα. Έχουν το προνόμιο
ν’ ανασταίνονται, ν’ αγαπούν και να πεθαίνουν πάλι.

Το βράδυ ανεβαίνουν με το ασανσέρ, όπως οι δίκαιοι
ανέρχονται, για να κριθούν ενώπιον του Κυρίου.
Και το πρωί κατεβαίνουν και πηγαίνουν να καούν
στο κρεματόριο του καζανιού της κεντρικής θερμάνσεως.

Να γιατί η πολυκατοικία μας βαριά μυρίζει:
Είναι η αποφορά από το μαγειρείο
του καθημερινού θανάτου. Όχι του άλλου.
Εκείνος αναδίνει εξαίσιο άρωμα.

Γιώργος Βαφόπουλος