μονό ποίημα

Για ν’ αγαπώ,
είν’ αρκετό,
ένα πόδι
– να πηγαίνω –
κι ένα χέρι
μονοδάχτυλο,
να σου δείχνει το αστέρι.

Κι ένα μάτι,
είν’ αρκετό,
είναι πολύ,
– αλήθεια λέω,
το άλλο ας είναι παράθυρο κλειστό –
να σου μετρά τα βήματα,

πόσα τα δεξιά και πόσα τα ζερβά,
πόσα πατούν στη γη καλά,
και πόσα παν’ κάτω να σε γείρουν.

Κι ένα αυτί, εγώ,
για ν’ ακούω το πουλί,
μονάχο κι αζευγάρωτο,
τραγούδια να μου λέει για το γυρισμό,
κι όσα για σένα του φέρνει ο αέρας.

Κι ένα μονό πνευμόνι,
μισά να ανασαίνω,
ψηλό προσκεφάλι το στήθος μου,
να μη γλιστράς στα πλάγια
σε ύπνο ανήσυχο.

Και μια σελίδα χαρτί,
μια ιστορία να σου πλέκω:
“Μια φορά κι έναν καιρό, πολύ παλιά,
ήταν ένας άνθρωπος μισός,
που αγάπησε πολύ
και γράφει
κι αντιγράφει
τούτο ‘δω
το μονό ποίημα…”

Δημήτρης Σούκουλης

Από No Sense Words – Λέξεις Φυγόκεντρες

αταξία

Όταν ξεκινά η περίοδος του κυνηγιού
Τα πουλιά κρύβονται στις φτερούγες τους
Οι άνθρωποι καμώνονται τους ήρωες
Οι σκαντζόχοιροι ντύνονται κάκτοι

Στο σπίτι υπάρχει πάντα νερό σε λαγούμια με δηλητήριο
Και τροφή γεμάτη καρφίτσες για τη μάσηση
Ώρες-ώρες ο παρακλητικός φωνάζει τον μέντορα
Κι ο πνευματικός σηκώνει τα χέρια ελέω Θεού
Νίπτοντας τας χείρας επί των υδάτων

Τι μέρες και κείνες, οι μέρες του κυνηγιού
Ο πατέρας λιοντάρι
Η μάνα αλεπού
Οι γέροντες κόρακες
Τα αδέλφια περιπλανώμενες ύαινες
και η πολιτεία
νεκρωμένος ιστός αράχνης από κανόνες και νόμους.
Αταξία

Οι νεκροί με τους ζωντανούς κι αυτοί με τους ανθρώπους.

Δημήτριος Γκόγκας

Από Διάστιχο

η Πόρτα

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Μπορεί απ’ έξω εκεί να στέκει
ένα δέντρο, ένα δάσος,
ένας κήπος,
ή μια πόλη μαγική.

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Μπορεί να είναι το σκυλί που ψαχουλεύει.
Μπορεί να δεις κάποια μορφή,
ή ένα μάτι,
ή την εικόνα
μιας εικόνας.

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Αν είναι η καταχνιά
θα καθαρίσει.

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Κι αν είναι μόνο η σκοτεινιά
που θορυβεί
κι αν είναι μόνο
κούφιος άνεμος
κι αν
τίποτα
δεν είναι
έξω εκεί,
πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.

Τουλάχιστο
θα γίνει
κάποιο
ρεύμα.

Miroslav Holub

Μτφ Σπ. Τσακνιάς