η προσευχή ενός ειδωλολάτρη

Α! μη τις φλόγες σου τις λιγοστεύεις!
Πάλι την κρύα μου ζέστανε ψυχή,
εσύ Ηδονή, που τις καρδιές παιδεύεις!
Diva, supplicem exaudi!

Θεά που ΄σαι στ’ αγέρι σκορπισμένη,
φλόγα στο σπήλαιό μας το κρυφό,
άκουσε μια ψυχή αποκαμωμένη,
που ύμνο σου προσφέρει από χαλκό.

Γίνου, Ηδονή, μόνη βασίλισσά μου.
Σειρήνας μάσκα φόρεσε, θεά μου,
με σαρκοβελουδένια ομορφιά,

ή χύσε τις βαρύπνιες σου σ’ εμένα
μες τ’ άυλα κρασιά τα μαγεμένα,
ω Ηδονή, άπιαστη εσύ σκιά!

Charles Baudelaire

Μτφ Γ. Σημηριώτης

η αλκοολική μοδίστρα του ουρανού

Δεν μπορώ να δω τα πουλιά.
Αντικρίζοντάς τα,
βλέπω τις μαύρες κόπιτσες του ουρανού
που συγκρατούν τα τραύματά του.

Μετά, έρχεται το απόγευμα
κι η ράφτρα του πόνου πίνει τόσο πολύ
που αρχίζουν να τρέμουν τα χέρια της,
χάνει τις κόπιτσες
και αφήνει ακάλυπτο
για λίγο
το δέρμα του ουρανού.

Τότε, από εκεί
εγώ κοιτάζω την πληγή
κι εσείς το ηλιοβασίλεμα.

Αντιγόνη Βουτσινά

Από Αποτυπώματα

φθινοπωρινή νύχτα

Είν’ έτσι ωραία απόψε η δύση
των δέντρων, καθώς πορφυρώνει, το χρυσό,
που λες η μέρα πριν να σβύσει
το θάνατό της κάνει επίσημο κι αργό.

Το σούρουπο στα ρόδα πάνω
είν’ έτσι διάφανο, ήσυχο, απαλό,
που δεν εκλείσαν όλα και το χέρι βάνω
και κόβω ένα για σένα ρόδο αχνό.

Έτσι τα φύλλα σιγανά θροούνε
τόνα με τ’ άλλο ή όλα μαζί,
όπου δεν ξέρω αν τα χείλη σου γελούνε
ή αν το δάσος τρέμει στη σιγή.

Το ποταμάκι στο λιβάδι τρέχει
έτσι γλυκά γλυκά που λες
των καλαμιών τα γαλαζόφυλλα πως βρέχει
ή πως εσύ απ’ αγάπη κλαις.

Κι η νύχτα σκοτεινή, να! κατεβαίνει
χρυσή, μετάξινη, απ’ τα βάθη της σιωπής·
κι έτσι ακόμα το φθινόπωρο ζεσταίνει
που θα μπορούσες και γυμνή να κοιμηθείς.

Henri de Régnier

Mτφ Γ. Σημηριώτης

παραίτηση

Όταν του ήλιου οι φωτιές τη φύση πλημμυρίζουν
όταν ανοίγει ένας ανθός αγνός και δροσερός
όταν στα μάτια μου ζωή κι αγάπη λαμπυρίζουν,
κι όταν αστράφτει ένας υπέροχος καιρός,

Αν στους αγρούς χαρούμενα κοπάδια αναπηδούνε,
στο δάσος το πουλί λαλεί κι εγώ περιπλανιέμαι,
είμαι θλιμμένος. Την ψυχή μου πένθη την κεντούνε
το κλάμα δεν αρνιέμαι.
Αλλά όταν στο λιβάδι δω το χόρτο ξεραμένο,
ωχρό το φύλλο των δασών στα πόδια μου έχει πέσει,
αν δω τον ουρανό χλωμό, το ρόδο μαραμένο,
μένω σ’ αυτή σα μέσα σ’ όνειρο τη θέση.
Λιγότερο θλιμμένο πια, το χέρι μου μαζεύει
αυτά τα φύλλα, ερείπια πρασίνου και ανθών.
Το στόμα μου τ’ ασπάζεται, το βλέμμα τα χαϊδεύει,
κι ονόματα τους δίνω αδελφών.
Δεν είν’ τα φύλλα αδέλφια μου που πέφτουνε στο κύμα
του ανέμου το ανελέητο σπασμένα πριν την ώρα;
Δεν πρέπει πρόωρα κι εγώ νακατεβώ στο μνήμα,
στις μέρες της ανοίξεώς μου, τώρα;
Ίσως όπως κι εγώ κι αυτό το άνθος που εκπνέει
στη θέρμη του ήλιου ανοίγοντας με πάθος κι ευφροσύνη,
να ‘κλεισε μες στο στήθος του μια φλόγα που το καίει
και θάνατο του δίνει.

Έτσι είναι: τούτη εδώ η ζωή τα πάντα τα μαραίνει.
Γιατί τη μοίρα του παντός εγώ να τη φοβούμαι;
Ύπνος είναι ο θάνατος. Ψυχή μου κουρασμένη
ας αποκοιμηθούμε.

Μητέρα μου!… Ω! έλεος, μια και τώρα πεθαίνω,
φίλοι, απ’ τη θλίψη σώστε την εσείς την περιττή.
Γρήγορα θα ‘ρθει να με βρει εκεί που ο άθλιος μένω,
αλλά δε θα ‘μαι εκεί.

Κι εσύ οπτασία της μοναχής ψυχής μου λατρεμένη,
ωραίο, γελαστό παιδί που ανέλπιδα αγαπώ,
η ανάμνησή σου μάταια εδώ στη γη με δένει:
δεν θα σε ξαναδώ.
Μ’ αν η σκιά μου για καιρό σα μάταιη εικόνα
σού εμφανίζεται… ω! εσύ μην το φοβάσαι αυτό:
η σκιά μου θα σε ακολουθεί, αβέβαιη ακόμα,
ανάμεσα σ’ εσένα μα και στον ουρανό.

Ζεράρ ντε Νερβάλ

Μτφ Λένια Ζαφειροπούλου

Από http://authorsandwriterstooktheirownlives.blogspot.gr/2010/02/38.html