χωμάτινοι αντίλαλοι

Ζούμε σε μινωικά πιθάρια
όμορφα διακοσμημένα
δε βλέπουμε ουρανό,
ακούμε από πάνω
τους αρχαιολόγους.
Έχουν φτάσει στη βυζαντινή περίοδο.
Θέλουν πολύ ακόμα για μας εδώ κάτω.
Ασφυκτιούμε
τους φωνάζουμε απελπισμένοι
να κάνουν πιο γρήγορα
να μας βγάλουν στο φως
και χτυπάμε τα τοιχώματά μας.
Μια μέρα τα πιθάρια σπάνε
και γεμίζουμε χώματα.

Πεθαίνουμε με τη θλίψη
πως δε γίναμε κάτι
παραπάνω από χωμάτινοι αντίλαλοι.

Δημήτρης Παπαστεργίου

Από Εκκύκλημα από μηχανής λέξεων

lovebird

Η αγάπη τσιμπολογάει τα ψίχουλα στο πεζοδρόμιο
Λέει το τραγούδι της πάνω στα σύρματα του ρεύματος
μπήγει τα νύχια της γίνεται ηλεκτρική
Κοιμάται μέσα στις φυλλωσιές των λυπημένων δέντρων

Η νύχτα έχει νικηθεί
Κι αυτός που τώρα δίχως ύπνο ξημερώνεται
σα να ’χει πάρει μια ιδέα για την καινούργια μέρα
Πέτα μακριά, πουλί, με την ελπίδα του στο στόμα σου!

Μαρία Θεοφιλάκου

Από σινιάλο

απόσταγμα του τοπίου

Σ’ αυτήν του ποιητή την ανημπόρια
Που ‘χει συλλάβει
Εξ ολοκλήρου
Την ομορφιά του τοπίου
Αλλά δε δύναται
Ή και δε θέλει
Με λέξεις να το μεταφέρει
Στο νου και στην καρδιά σας,
Υπάρχει κάποιο μεγαλείο.

Ότι ενίκησε
Την πλάνη δηλαδή
Αυτήν που κάνει
Τον κάθε ποιητή να θέλει
Να κερματίσει την Ουσία
Προς όφελος της έπαρσης.

Δόξα στο κόκκινο
Τιμή στο κίτρινο
Που δίνουν ό,τι έχουν και δεν έχουν
Την ώρα που ο ήλιος
Απ’ τα δικά μας μάτια πάει να κρυφτεί.

Τάσος Δενέγρης

Από Βασίλης Κουντζάκης-Ακάλυπτος χώρος

ευλαβικά σεντούκια

Δεν μας ζητούν αίμα οι ψυχές
γάλα και μέλι
στέρφες δαμάλες ή αρνιά
που κυνηγούν τις χίμαιρές τους.

Μόνο για τα δάκρυά μας διψούν
όχι όμως για κείνα τα θεατρικά και μάταια
που συγκινούν τις ομηγύρεις
μα τ’ άλλα τα κρυμμένα
σ’ ευλαβικά σεντούκια
που σπάνια τ’ ανοίγουμε
και ποτέ στον πρώτο τυχόντα.

Τότε ζωντανεύουν οι ψυχές
και μπορείς ν’ αγκαλιάσεις
την ψυχή του πατέρα σου.

Κι αν ακούς παράξενες φωνές τη νύχτα
είν’ οι ψυχές που ζητούν τ’ αμάραντο δάκρυ σου
όχι εκείνο το θεατρικό
μα τ’ άλλο το κρυμμένο
στο σκαλιστό σεντούκι της καρδιάς σου.

Λεωνίδας Γαλάζης

Μάνα

Η μάνα μου μοιάζει με πράσινη ξυλομπογιά
μπολιάζει το δέντρο μου
πάνω στο λευκό χαρτί
με χρώμα και φύλλα θαλερά.
Καμιά φορά η αιχμηρή της μύτη
σπάζει και σκίζει την άκρη στα δύο
η μύτη κυλά στο χαρτί
χάνεται απ’ τα μάτια του Θεού.
Αυτός την ξύνει
και την ξύνει,
κάθε φορά μικραίνει
ώσπου γίνεται τόση δα
και δεν μπορεί ούτε το χέρι του να την πιάσει.
Τρέμω μήπως το πάρει απόφαση να την
εξαφανίσει τρώγοντας τ’ απομεινάρια της
με μια χαψιά.
Και κανείς πια δε θα με ζωγραφίσει.
Και με τη χάση της θα φθινοπωριάσει.

Θεοδώρα Βαγιώτη

Από Μονόκλ

όμως έτσι φεύγεις κι εσύ, καλοκαίρι

Όμως έτσι φεύγεις κι εσύ, καλοκαίρι.
Μέρα τη μέρα πιο σύντομο το φως,
κι ο ουρανός ολοένα χαμηλώνει.
Φτερούγα ανέμου ανοίγεται πλατιά
και απλώνεται πάνω στου κόσμου την όψη.
Κι ο άνεμος ο ίδιος, υγρός,
μαλακός, από εσπέρες έρχεται πρόωρες.
Τι άλλο μένει πια στη γέρικη καρδιά
που έχει από τον θρήνο κιόλας πλαντάξει;
Οι θλιμμένες μένουν του φθινοπώρου γλύκες
και της τελευταίας εσπέρας τα φώτα.

Diego Valeri

Μτφ Γιώργος Κεντρωτής

Από fb/yorgos.kentrotis