φθινόπωρο

Στην καταχνιά ένας χωρικός τραβάει κουρασμένα
Το βόιδι του στην καταχνιά τη φθινοπωρινή
Που κρύβει τα φτωχά χωριά τα κακομοιριασμένα

Κι όπως παν λέει ο χωρικός με σιγανή φωνή
Ένα τραγούδι προδοσιάς κι αγάπης που αναφέρει
Κάποια καρδιά και κάποια βέρα που ραΐσαν.

Ω! το φθινόπωρο έριξε νεκρό το καλοκαίρι
Στην καταχνιά δυο σιλουέτες γκρίζες τραβούν ίσα.

Γκυγιώμ Απολλιναίρ

Μτφ Μήτσος Παπανικολάου

Από http://ppirinas.blogspot.gr/2014/11/blog-post_9.html

άνθρωποι της πόλης

Θα τους δείτε το πρωί της Κυριακής
-πηγαίνοντας για την εκκλησία-
να πλένουν οικογενειακώς το αυτοκίνητο.
Είναι οι άνθρωποι της πόλης που ετοιμάζονται.
Θα βγούνε στην εξοχή.
Θα πάνε να φέρουνε
στο διαμέρισμα λουλούδια.

Χρίστος Λάσκαρης

ωδή στις βίλες της λεωφόρου Β. Όλγας

Τὶς νύχτες πῶς περνοῦσα ἀπὸ τὴν πύλη σας
γιὰ κείνη τὴν ἀπόκοσμη πολίχνη,
κυρές μου, ποὺ στὸν δρόμο τῆς βασίλισσας
κομίσατε τὰ πένθιμά μου ἴχνη·
πιὸ σάρκινοι ἀπ’τὴν σάρκα οἱ ἀσπαίροντες
ἁρμοί σας, οἱ μαρμάρινες κολῶνες,
πυργίσκοι νὰ ποντίζωνται σ’ Ἀχέροντες
τσιμέντου κι ἀστικοὺς ἐρειπιῶνες.

Κατάδικες σὲ ἰσόβια συγκατοίκησι
μὲ ὕψη καὶ μὲ πλάτη καὶ μὲ μήκη
ποὺ παίρνουν ἐπὶ τέλους τὴν ἐκδίκησι
γι’αὐτὸ ποὺ στὴν γενιά τους τώρα ἀνήκει.
Ποιόν ἔρωτα, μονάκριβά μου θήλεα,
ἐμπνεύσατε, ποιές κρύφιες μανίες
μιᾶς ὕστατης Ἐδὲμ ἐσεῖς προπύλαια
καὶ τ’ ἄδικου χαμοῦ της Ἐρινῦες;

Γιὰ σένα περπατῶ ἀργὰ κι ἀμφίθυμα
σκεπὴ τοῦ Καπαντζῆ χωρὶς κανένα
αἰδοῦς στὴν παρειὰ σεμνὸ ἐρύθημα,
εὐφρόσυνη, πολύτιμη παρθένα.
Γιὰ σένα τὴν σιωπή μου, Μπιάνκα, ἔλυσα,
Μορντὼχ καὶ Mon Bonheur καὶ Ἀλλατίνι
κι ὑψώνω τὴν ματιά μου τώρα, Μέλισσα,
σ’εὐθεῖες καὶ καμπύλες ποὔχουν μείνει

σὰν Τεῖχος τῶν Δακρύων, σὰν ὑπόλειμμα
μιᾶς πόλεως σβησμένης ἀπ’τὸν χάρτη,
σὰν ν’ ἄφησε ὁ Θεὸς τὰ Ἰεροσόλυμα
στὰ χέρια τοῦ Μολὼχ καὶ στὴν Ἀστάρτη.
Τοῦ Τούρκου, τοῦ Ἑβραίου καὶ τοῦ Ἕλληνα,
μὰ τώρα ὀρφανές, δικές μου μόνο,
φωτίστε μου τὰ σκότη ποὺ ἀσέληνα
σὲ γκρίζες συνοικίες ἀνταμώνω.

Ααρών Μνησιβιάδης

Από Η Ράβδος του Ααρών

εν ώρα θερινή

Έχω αντικρύ μου τις δήθεν δροσιές αυτού του κήπου.
Πότε πια θα περάσει ο μπερδεμένος κόμπος των ζεστών ημερών.
Πότε πια θα περάσουμε τον κατάξερο κάβο των ζεστών ημερών.
Πιέζομαι να καταλάβω αυτό που λένε Θαύμα του Ήλιου.
Αυτό που λένε φως της Ελλάδας ή Απολλώνιαν Αίγλη,
ο μισός εαυτός μου μονάχα το νιώθει, ο άλλος μισός
το απωθεί. Άλλωστε με το να παρατραβά
ο κόμπος των ζεστών ημερών, έγινε μια σκονισμένη
μουντάδα όλος ο ουρανός· και τα βουνά
με τις γαλήνιες γραμμές, Πεντέλες, Υμηττοί,
είναι σαν είδη για ξεσκόνισμα, τόσο βουτημένα
στις ανταύγειες της δύσπνοιας. Έφυγε και ο Απόλλωνας,
εφύγαν κι οι Δρυάδες, πάνε μακριά από την αναμμένη πέτρα.

Τάκης Παπατζώνης

Από http://www.bibliotheque.gr/article/56682

έχω κάτι ξαδέρφια στο Βραχώρι

Έχω κάτι ξαδέρφια στο Βραχώρι
χε
κάτι νεόπλουτους.
Όλοι τους χριστιανοφασίστες.
Τρατάρουν τον πατέρα μου του κάνουν
μικροθελήματα τον σέβονται
μόνο και μόνο θάλεγες για να
μπορούν να του τη φέρουνε χωστά.
νάβρουν την ευκαιρία να τον πικράνουν.
Μα θάναι βλάκας αν πικραίνεται με το
«τι γίνεται ο Γιάννης, πού
θα καταλήξει αυτός μωρ’ μπάρμπα Μήτσο».
Έχω κάτι ξαδέρφια στο Βραχώρι
χε
κάτι νεόπλουτους.
Όλοι τους χριστιανοφασίστες.

Γιάννης Υφαντής

Aπό ToKoskino

οι ονειροπόλοι

Νικημένοι… Και όμως δεν δώσαμε μάχη
μήτε καν στον ορίζοντα φάνηκ’ εχθρός,
ενώ θα πρεπε να μαστε πάντοτε μπρος,
σε σκιές και σε φάσματα στρέφουμε ράχη…

Η δειλία χαράζει το κάθε μας βήμα
κι όλοι ζούμε με τ’ όνειρο κάποιας φυγής,
μας πειράζει στα μάτια το φως της αυγής,
τραγουδάμε το χάρο, ποθούμε το μνήμα.

Μεθυσμένοι… Χωρίς ούτε στάλα να πιούμε,
τη φωτιά μας δε σβήνει κανένα πιοτό,
θα ‘ρθει ώρα να βρούμε τη λήθη σ’ αυτό,
τώρα όμως δεν ξέρω και μεις τι ζητούμε…

Στο μεθύσι μας πάνω πιστεύουμ’ αλήθεια
ότι γίναμε κιόλας καινούριοι Θεοί,
τη ζωήν, ως τη ζουνε οι άλλοι θνητοί
τη χλευάζουμε σαν μια χυδαία συνήθεια…

Γελασμένοι… Δεν το ‘χαμε πριν καταλάβει,
πως μια μέρα θα ‘ρχόνταν αυτός ο καιρός,
που κι ο ύστατος φίλος θα ήταν νεκρός…
Η ζωή δεν προσφέρει, ζητάει να λάβει.

Διαρκώς αυταπάτες και πάντα στο χέρι
λίγα πούπουλα, θύμηση μόνο σκληρή
της χαράς που πετάει και φεύγει ιλαρή
στον ορίζοντα πέρα, λευκό περιστέρι.

Γιώργος Μυλωνογιάννης

Aπό http://vakxikon.blogspot.gr/2006/12/blog-post_26.html

νεκρολογία

Διασκορπισμένα
τα οστά μου στο περιστύλιο.
Σκοπίμως εκτεθειμένα
στον άνεμο, τη βροχή,
στα κενά βλέμματα των διερχομένων.
Άτυπο κενοτάφιο
ο περίγυρος του χώρου συνάθροισης
ευγενών και ταγών.
Ξεβαμμένη χλαμύδα το λάβαρο
λικνίζεται νωχελικά
στον πλαστικό ιστό του.
Οι κήρυκες
με φωνή στεντόρεια αναφωνούν:
Σπεύσατε-σπεύσατε
οι ένοικοι του κοινοβουλίου
προσφέρουν αφειδώς
αριστεία και παράσημα
εις τους έχοντας οριστικώς απολέσει
όρασιν, ακοήν και μνήμην.
Το πλήθος
κατακλύζει «αυθορμήτως»
την έμπροσθεν της βουλής
σημαιοστολισμένη πλατεία.
Περιχαρής ο Πλούτωνας
επεκτείνει
τα όρια της επικράτειάς του.
Η δυναστεία του σκότους εδραιώνεται,
ανενόχλητος ο όφις πολλαπλασιάζει,
καγχάζοντας, το γένος του
εις τους αιώνας των αιώνων.

Γιώργος Τζιας

Από Palinodiae

γράμματα νεκρών vii

Βλακείες. Όλα στο τέλος τελειώνουν.
Αρχικά τελειώνει ο ενθουσιασμός
αμέσως μετά ο έρωτας
ακολουθεί η αγάπη
μετά τελειώνει η υπομονή
η επιμονή
 

και τέλος τέλος
η ίδια η ζωή σου.
 

Τόσο απλά!
 

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος

Από Toβιβλίο.net

ξέφραγος

Άσ΄ τους να παίρνουν να κλαδεύουν από σένα
Ξέφραγος μένε στην κλοπή να συνηθίζουν
Φρόντιζε μόνο να ΄χουν ρίζες τα κλεμμένα
Όπου ακουμπούν να πιάνουν και ν΄ ανθίζουν…

Tάσος Ζερβός

Από Λογοτεχνικό αρχείο Μ. Τασάκου

ὅταν βραδιάζει

Ὅταν βραδιάζει, μέσα μου, ξυπνοῦν τὰ περασμένα…
Ξυπνοῦν ἀργά, σὰ μουσικὲς νεκρὲς ἀπὸ καιρό,
– σὰ μουσικὲς ποὺ χάθηκαν, καὶ ποὺ τὶς λαχταρῶ,
κι ἔρχονται πάλι, μαγικὰ κι ἀνέλπιδα, σὲ μένα…

Πόθοι, παράπονα παλιά, νοσταλγικὲς φωνές,
λόγια βαθιὰ κι ἀξέχαστα, κι ὡστόσο ξεχασμένα,
παράξενα χειμαιρικὲς ἀγάπες μακρινές,
ὅπως ἡ φλόγα μιᾶς αὐγῆς, ὑψώνονται σὲ μένα

Μιὰ βρύση, τότε, μαγική, μοῦ λύνεται ξανά,
καὶ τὸ τραγούδι ρυθμικὸ στὰ χείλη μου ἀνεβαίνει,
– ἕνα τραγούδι καθαρό, καθὼς τὰ δειλινὰ
ποὺ μέσα του λυτρώνονται, καὶ ζοῦν οἱ πεθαμένοι…

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Από http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/napolewn_lapa8iwths_poems.htm#ΟΤΑΝ_ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ