γαβριέλα

Είδα το τσακισμένο σου σώμα
καθώς το παίρναν με το φορείο
και γύρισα χρόνια πίσω
στον Στρατό
όταν τακτοποιούσα την αποθήκη
με τις προτομές

Θυμήθηκα
κάτι Μεγαλέξανδρους
βαμμένους χακί
ξεφλουδισμένους
με σπασμένες μύτες

Καημένη Γαβριέλα
σε πόσων τέτοιων προτομών τα μάτια
έχει απομείνει
το όραμα της ηδονής σου

Θόδωρος Δραγκιώτης

το φίλημα

Μια βοσκοπούλα αγάπησα, μια ζηλεμένη κόρη
και την αγάπησα πολύ
ήμουν αλάλητο πουλί
δέκα χρονών αγόρι.

Μια μέρα που καθόμαστε στα χόρτα τ’ ανθισμένα
Μάρω, ένα λόγο θα σου πω
Μάρω, της είπα, σ’ αγαπώ
τρελαίνομαι για σένα.

Από τη μέση μ’ άρπαξε, με φίλησε στο στόμα
και μου ‘πε: γι’ αναστεναγμούς
για της αγάπης τους καημούς
είσαι μικρός ακόμα.

Μεγάλωσα και τη ζητώ, μ’ άλλον ζητά η καρδιά της
και με ξεχνάει τ’ ορφανό…
εγώ όμως δεν το λησμονώ
ποτέ το φίλημά της.

Γεώργιος Ζαλοκώστας

βάρδια

διαβαζε Καρουζο και μνημονευε Γκορπα
στην τσεπη παλιες αποδειξεις
φωτοτυπιες με ποιηματα του Σαλαπασιδη
στις διακοπες Καββαδιας κι Αλεξανδρος Μπαρας
Αλεξης-Νικος Ασλανογλου τα κρυα απογευματα
με τουρκικο καφε και Βαμβακαρη
η βροχη να μαστιγωνει ζητιανους και διαβατες
στο πλοιο Καραγατσης
χανοντας τη λογικη και τον προορισμο του
Σκαριμπας στη Χαλκιδα
στην Αλεξανδρεια Καβαφης
στο τελος της βαρδιας τσιγαρο στριφτο
βρωμικο και ζεστη μπυρα
με μεταναστριες σε αισχρο νυχτοκαματο
και την Πολυδουρη γυμνη να χορευει στο φεγγαροφωτο

Ειρηναίος Μαράκης

Α’ δημοσίευση 22/7/2014 Κίβδηλη Αντιόχεια

εκδικητής

Εκδικητής θα μπω στην ίδια μου πατρίδα
που ανάποδη, ζαβή, σα λάμια, σα μητριά
κάθ’ άξιο της παιδί τ’ απόδιωξε μακριά
βοηθώντας να γενεί δράκος η γουστερίδα.

Τον πλούσιο προσκυνάν κι ας τους θέριζ’ η πείνα·
ζωντόβολα σωστά, τους λείπει το κεντρί.
Τι θέλουνε μαζί μ’ εμάς οι πονηροί
ψυχές που δε φελάν παρά μισή στερλίνα;

Οι δούλοι του παρά κι οι άλλοι οι διαστρεμμένοι
τσιμπούρια του λαού, ζιζάνια στα χωριά
που πήρανε για ευκή γονιών την πονηριά
τρέμουν γιατί νογάν το τι τους περιμένει…

Γιώργος Κοτζιούλας (απόσπασμα)

καντ

Ήταν ανάγκη να περνάς κάθε βράδυ
από κείνο το δρομολόγιο;
Θα σου βρίσκαμε κι εμείς ένα δρομολόγιο
που θα σου άρεσε.
Κι αν σε ζάλιζαν την άνοιξη οι μυρωδιές
απ’ τη χλωρή ατμόσφαιρα
και διέκοπταν τους συλλογισμούς σου
οι φωνές των παιδιών
θα βάζαμε τις γλάστρες μέσα
και τα παιδιά θα τα μαζεύαμε νωρίς.
Και αναπόσπαστος να σκέφτεσαι
τη γενική θεωρία του Υψηλού
όπως θα σου ξανοιγόταν ο διάδρομος του γαλαξία
ανάμεσα στα φωτισμένα παράθυρα
και τα ξέπνοα γελάκια των πορνών

αργά
κατεβαίνοντας
την οδό Πιπίνου.

Φώτης Γερασίμου

στίχοι και αυτοκίνητα

Γράφονται οι στίχοι
και κυκλοφορούν οι συλλογές
σαν τα μοντέλα των αυτοκινήτων.
Κι όπως εκείνα ένα δυο χρόνια
πλένονται, σκουπίζονται, κυκλοφορούν
και τα πετούν μετά ή τα πουλούν
μισοτιμής οι κάτοχοι
την ίδια μοίρα έχουν οι στίχοι.
Σαν τα παλιοσιδερικά σωρεύονται
σκουριάζουν από την πολυκαιρία
και την εγκατάλειψη
άχρηστο υλικό.
Αλλά με τη ντανάλια και το κατσαβίδι
έρχεται πότε πότε κάποιος
και ψάχνει επίμονα στη μάζα των σιδερικών
και βγάζει ένα γρανάζι, ένα αξονάκι τσίλικο
ή άλλο εξάρτημα
που έχει ψωμί ακόμα.

Νίκος Κωνσταντινίδης

ανοξείδωτος

Τα λόγια στον άνεμο σβήνουνε.
Ένας αναρχικός τραπεζίτης είναι μονάχα τραπεζίτης.
Στα ΚΚ ΣΕ και Κίνας χειροκροτούσανε ανοξείδωτες κατσαρόλες.
Το αίμα νερόβρασε κι έχασε το χρώμα.
Τις πήρανε τζάμπα και μοστράρουνε καπιταλισμό αβύθιστο.
Μα είναι κάποιοι
Και είναι πολλοί
Πιο πολλοί
Όλο και πιο πολλοί
Που τσακώνονται με τις γάτες στα σκουπίδια.

Γιώργος Πρίμπας

Α’ δημοσίευση 18/1/2015 Στιγμές

πελοπόννησος

Μικρό τραινάκι που περνάς
μέσ’ απ’ τα πεύκα, απ’ τις ελιές
το δρόμο σου ανακόβοντας
μπροστά σε πέντε αρνάκια
ενώ γελάν τριανταδυό
κάτασπρα δόντια ενός βοσκού
και στη μπασιά του εξωκλησιού
τρεμίζουν δυο κεράκια.

Αλέξανδρος Μπάρας