ο ξένος

Eζησα τη ζωή μου όπως o μόνος ξένος
σε επαρχιακό καφενείο
όπου όλοι οι άλλοι γνωρίζονται μεταξύ τους
και τον κοιτάζουν με περιέργεια και επιφύλαξη.
Μόνο οι γυναίκες, κάποιες γυναίκες, θα του φέρουν το κέρασμα
και θα του χαμογελάσουν
διότι νιώθουν την ίδια ξενιτιά μέσα στην οικειότητα των άλλων.

Έζησα την ζωή μου με την μάταιη ολοκληρωτική επίγνωση του ετοιμοθάνατου
που δεν υπάρχει τρόπος να την μοιραστεί.

Εζησα τη ζωή μου σε παράξενους τόπους με λοξό φως
και αρχαίο χρόνο
παρατηρώντας τις τεράστιες σκιές των ασήμαντων πράξεών μου
στους άσπρους βράχους.

Κώστας Ψαράκης

Από Στάχτες

Ελπήνωρ

                                                                               Ἐλπήνορ πῶς ἦλθες…
                                                                                        ΟΜΗΡΟΣ

Τοπίο θανάτου. Η πετρωμένη θάλασσα, τα μαύρα κυπαρίσσια,
το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από τ’ αλάτι και το φως,
τα κούφια βράχια, ο αδυσώπητος ήλιος απάνω,
και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα,
μονάχα απέραντη, αρυτίδωτη, πηχτή σιγή.

Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε,
όχι ο πιο γέροντας: Κοιτάχτε, ο Ελπήνωρ πρέπει να ‘ναι εκείνος…
Εστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πώς θυμηθήκαμε,
αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποταμιά το καλοκαίρι.
Ήταν αυτός ο Ελπήνωρ, πράγματι, στα μαύρα κυπαρίσσια,
τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς,
σκαλίζοντας την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Και τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Ελπήνορα,
Ελπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ’ αυτή τη χώρα;
είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο μπηγμένο στα πλευρά,
τον περσινό χειμώνα, κ’ είδαμε στα χείλη σου το αίμα πηχτό,
καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου δίπλα στού σκαρμού το ξύλο.
Μ’ ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψαμε στην άκρη του γιαλού,
ν’ ακούς τ’ ανέμου το μουρμούρισμα το ρόχθο της θαλάσσης.
Τώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; πώς βρέθηκες σ’ αυτή τη χώρα
τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;

Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Και τότε πάλι εφώναξα
βαθιά τρομάζοντας: Ελπήνορα, που ‘χες λαγού μαλλί
για φυλαχτάρι κρεμασμένο στο λαιμό σου, Ελπήνορα,
χαμένε στις απέραντες παράγραφους της ιστορίας,
εγώ σε κράζω και σα σπήλαιο αντιλαλούν τα στήθια μου
πώς ήρθες, φίλε αλλοτινέ, πώς μπόρεσες
να φτάσεις το κατάμαυρο καράβι που μας φέρνει
περιπλανώμενους νεκρούς κάτω απ’ τον ήλιον, αποκρίσου,
αν η καρδιά σου επιθυμεί μαζί μας να ‘ρθεις, αποκρίσου.

Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω.
Το φως σκάβοντας ακατάπαυστα βαθούλωνε τη γη.
Η θάλασσα, τα κυπαρίσσια, τ’ ακρογιάλι, πετρωμένα
σ’ ακινησία θανατερή. Και μόνο αυτός, ο Ελπήνωρ
που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή μες στα παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος απ’ την πίκρα της παντοτινής του μοναξιάς,
με τον ήλιο να πέφτει στα κενά των στοχασμών του,
σκαλίζοντας τυφλός την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα,
σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά
στον αδειανό, χωρίς φτερά, χωρίς ηχώ, γαλάζιο αιθέρα.

Τάκης Σινόπουλος

Aπό Στιγμές

η διασκέδαση του Ποιητή

Τήν ἑβδομάδα μιά φορά, πηγαίνει στό καζίνο·
(ἔχουν δωρεάν τήν εἴσοδο…)
Ἀρέσει τά χρώματα, τούς θορύβους, τόν συνωστισμό,
τίς φωνές, τά γέλια, τό κοσμικό τῶν αἰθουσῶν…
Μά πιό πολύ παρατηρεῖ τούς ἐθισμένους.
Σκυμμένοι πάνω στά πράσινα τραπέζια,
μέ μάτια θολά καί κόκκινα τῆς ἀϋπνίας.

Ἡ ἀγωνία κάμει τά χέρια τους νά τρέμουν,
ἡ ἀπελπισία φέρνει τρέμουλο στά χείλη,
μιά ὑγρασία λάμπει στά βλέφαρα
ὅταν τό στερνό τους στοίχημα χάνεται…
Μά κάπως πάλι θά εὕρουν τό κουράγιο,
(περίεργο πῶς πάντα βρίσκουν δανεικά!..)
καί πάλι ἀπό τήν ἀρχή, πάλι μέ τήν ἐλπίδα…
Πόσο τούς λυπᾶται τούς ἄμοιρους,
στό πάθος ἐθισμένους!..

Δύο καί τρεῖς ὧρες τούς παρατηρεῖ…
Ἔπειτα σάν πέσει τό σκοτάδι,
ἐπιστρέφει στό δανεικό ὑπόγειο,
ξαναπιάνει τά χαρτιά του, γράφει, σβήνει,
σκυμμένος πάνω στόν στίχο, μέ μάτια θολά,
μέ χέρια πού τρέμουν σκίζει τό φύλλο,
μέ χείλη πού τρέμουν ξαναρχίζει,
κυνηγᾶ τήν λέξη, βρίζει, στενάζει,
βρίσκει κουράγιο ξανά καί ξανά
νά γράφη, νά σβήνη,
νά γράφη, νά γράφη, νά γράφη…

Ὥσπου νά περάσουν οἱ μέρες,
νά μπεῖ στό καζίνο ξανά γιά νά ἰδεῖ,
ξανά νά λυπηθῆ τούς ἐθισμένους,
τούς καημένους…

Στράτος Κοντόπουλος

Από Μάνος Τασάκος/fb