οι ώρες

Ώρες
Που ακολουθείτε τη θεία σύμπτωση
Των δεικτών του μεσονυκτίου
Ελάχιστη σχέση σας κρατά
Στην τάξη του εικοσιτετραώρου.
Διασταλμένες κόρες της σχετικότητας
Φορτωμένες τους ήχους της σιωπής
Αντένες ευαίσθητες στραμμένες στο άπειρο
Δέκτες πικροί της αλήθειας του χάους.

Ώρες
Λιβάδια παρθένα κι ανέγγιχτα
Ξέσελο άτι ο νους
Σε κύκλους τριπόδισε και σπείρες ατέρμονες.
Πώς να διαβεί; Πού να στραφεί;
Ότι ο ήλιος αργεί
Κι ο αστέρας θαμπός μες στη σκόνη.

Ώρες
Δικαστές ανελέητοι
Τυλιγμένοι της νύχτας την τήβεννο
Ζωσμένοι της σιωπής το κύρος
Στην κρίση σας αναπότρεπτα προσπέφτω
Με βήματα οικειοθελή, σαν αυτόματα
Χωρίς τη βία ή τα όργανα της τάξης
Σ’ αυτή την περίεργη δίκη προσερχόμενος
Στην αίθουσα μόνος
Να δικαστώ, ενώπιος ενωπίω.

Μανώλης Κουφάκης

πια τώρα

Πια τώρα που την άθλια
κωμικοτραγωδία
την ξέρεις ως την άκρη,

θαρρώ πως είναι τρέλα
να περιμένεις, μόνο
για να χειροκροτήσεις.

Και τις σκηνοθεσίες
και τα τεχνάσματα όλα
κατάβαθα τα ξέρεις.

Λοιπόν απ’ την κερκίδα
κατέβα, πριν η κούπα
σε κρύψει της ανίας.

Κοίτα η γαλήνη πέρα
πώς κυβερνάει τ’ αγνάντιο
θαλάσσιο κοιμητήρι!

Λευτέρης Αλεξίου

άναρχος

λέγανε
να κυβερνήσουν οι πολιτικοί,
να κυβερνήσουν οι τεχνοκράτες,
να κυβερνήσουν οι έμποροι,
οι καλλιτέχνες,
οι φιλόσοφοι,
οι παπάδες κι οι ιερείς

είπαν
να κυβερνήσει ο στρατός,
να κυβερνήσει ο τρελός,
να κυβερνήσει ο φτωχός,

έτσι λέγανε…

μια φωνή είπε:
όποιος κυβερνήσει
δεν θα ‘ναι καλλιτέχνης
δεν θα ‘ναι φιλόσοφος,
δεν θα ‘ναι φτωχός

θα είναι κυβερνήτης
πια
ΚΑΤΩ ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

οι άλλοι
σήκωσαν τους ώμους
κοιτάχτηκαν αμήχανα
μόνο για μια στιγμή

κατόπιν
τον έβρισαν
αναρχικό

κι εξακολούθησαν

λέγανε

να κυβερνήσουν οι πολιτικοί,
να κυβερνήσουν οι τεχνοκράτες,
να κυβερνήσει ο λαός…

Άρης Τσιούμας

Από Το Κoskino

από τη «Σκιά του Άθω»

Η αίσθηση του ήλιου στον αυχένα.
Ένα κοράλλι στα μαλλιά και κόκκους
άμμου στα χείλη. Μια ελαφρά
σύσπαση. Η μόνιμη τάση στη δεξιά
βλεφαρίδα. Είδα την ιδέα για τον εαυτό μου
να συρρικνώνεται στο φυσικό περίγραμμα
ενός άνδρα που ξέβρασε η θάλασσα.

Σωτήρης Παστάκας

με τον καιρό

Είναι πολύ λυπηρό να φύγουμε
χωρίς να ΄χουμε αφήσει και την παραμικρή δημιουργία.
Θα είναι σα να γεννηθήκαμε
και να πεθάναμε συγχρόνως.
Με τον καιρό θ’ αγαπηθούμε, αυτή η λαβωματιά
κι η ελπίδα η καταδικασμένη,
θα παρασυρθούν μαζί με το πουλί της δυστυχίας
σ’ άγνωστο νησί. Σε αιώνιο κοιμητήρι
θα θαφτούν οι πικρές αναμνήσεις
και οι θλιμμένοι εραστές ― κλέφτες
θα ξεριζώσουν τα κόκκινα ροδοπέταλα
να φτιάξουν το γράμμα,
που χρόνια περίμενες.

Γιώργος Σταυράκης