αναμονή

Φυσάει ο αγέρας, ανεβαίνει ο κουρνιαχτός.

Ως να διαβαίνουν ζώα μες στον χρόνο.
Ως να φωνάζουν άνθρωποι, φωνές μεγάλες,
Σαν φοβισμένα σκυλιά, να διώξουν τον θάνατο.

Ο καθείς μονάχος, χωριστά απ’ τους άλλους,
Ο καθείς φωνάζοντας για την ψυχή του.

Και κλειούν τις πόρτες τους, βάζουν το μάνταλο και το κλειδώνουν.

Κανείς δεν τόνε βλέπει, δεν τον ακούει,
Σιγοπατεί σαν κλέφτης στο σκοτάδι.

Να μη σκιαχτούν τα ζώα, να μην τρομάξουν τα πουλιά.

Κανείς δεν ξέρει την ώρα του, την ώρα που έρχεται.

Κοντά γυρίζει, ψάχνει τα ίχνη σου,
Πατεί τους δρόμους σου, τις νύχτες σου,
Μετράει τα βήματά σου.

Αν έρθει στην πόρτα σου, μη σου φανεί νωρίς,

Ως να ’σαι ο αργοπορημένος,
Ως να ’χεις μόλις φτάσει από μακριά μες στην αποδημία.

Ετοίμαζε την ψυχή σου.

Γιώργος Θέμελης

Από Ποιήματα

έρωτας

Στο ντιβάνι απλώνομαι ευχαριστημένος, εκείνη γερτή
στη φτερούγα μου, μετά τον έρωτα. Εκείνη μετρά τα
παΐδια μου, εγώ ραχατεύω. Το παντελόνι μου στο πάτωμα
χάμω. Σκαλωμένη η κάλτσα της, σ’ έναν τόμο της
Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ, στο κομοδίνο.
Η βουή -απ’ όξω- της μεγαλούπολης, μία λογοτεχνία
αστυνομοκρατούμενη.
– Θοδωρή;
– Ε! της κάνω
– Τίποτα! Έτσι μούρθε απλώς να πω τ’ όνομά σου…

Μια χαρά! Μ’ ένα πρόχειρο υπολογισμό, αυτό της το
«τίποτα» με βαστάει στη ζωή μπορεί και μια ολάκερη εβδομάδα.

Θεόδωρος Μπασιάκος

Από Κώστας Ρεούσης

σαν ωραίες γυναίκες, γυμνές

Σαν ωραίες γυναίκες, γυμνές,
τούτες οι μέρες οι καλοκαιρινές
υπάρχουν με τη στιλπνότητα
των λαμπρών σωμάτων,
με την έκθαμβη προσφορά των.
με την έντονη περηφάνεια,
μ’ εκείνη τη σταθερότητα
που έχουν οι γυναίκες
όταν είν’ ωραίες,
πολύ βέβαιες για την εμορφιά των,
τόσο που μένουν έξαφνα
σκεφτικές, όμως ατάραχες,
γεμάτες προσμονή στέκονται,
μ’ υπομονή γνωρίζουν,
γνωρίζουν να περιμένουν,
περιέχοντας τέλεια την ηδονή
του εαυτού των.
Έτσι
οι έντονες του καλοκαιριού μέρες
φαίνονται ακέριες,
καθώς
τις περιβάλλουν νύχτες εξαίσιες,
με πολύν έρωτα, μυστικόν.

Ζωή Καρέλλη

Από Ποιητικό Πυρήνα